Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ



Βρίσκεται πάνω σ' ένα γραφικό ορμίσκο της βορειοανατολικής πλευράς της χερσονήσου, πλάι ακριβώς στις εκβολές ενός μεγάλου χειμάρρου, και τιμάται στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Κατηφορίζοντας από τις Καρυές και ύστερα από ένα ευχάριστο περίπατο φτάνουμε εκεί σε μιάμιση ώρα περίπου.

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το τελευταίο τέταρτό του 10ου αιώνα, λίγο μετά τη Λαύρα και το Βατοπέδι, στη θέση η περίπου εκεί, όπου προηγουμένως ήταν η λαύρα του αγίου Κλήμεντος. Η ίδρυσή του συνδέεται με τα ονόματα Ιωάννη του Ίβηρα και Ιωάννη του Τορνικίου. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο, αν και οι γεωργιανές πηγές διακρίνουν καθαρά τους δύο άνδρες.
Ο Ιωάννης Τορνίκιος, που ήταν αυλικός του ηγεμόνα της Ιβηρίας Δαβίδ και αξιωματούχος του Βυζαντίου, τα εγκατέλειψε όλα και έγινε μοναχός στην αρχή σ' ένα μοναστήρι κάπου στη Μακεδονία. Μετά πήγε στον 'Ολυμπο και τελευταία στον Άθω, σε μία έρημη γωνιά στην περιοχή της Λαύρας, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει τον όσιο Αθανάσιο και να τον παρακαλέσει να μείνει κοντά του. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Β  κάλεσε στην πρωτεύουσα τον μοναχό πια Τορνίκιο και ζήτησε τη βοήθειά του σε διάφορα διπλωματικά και στρατιωτικά θέματα και ειδικότερα στην καταστολή της ανταρσίας του στρατηγού Βάρδα Σκληρού, που είχε κιόλας στασιάσει εναντίον του κράτους και κτυπούσετα βασιλικά στρατεύματα. Ο Τορνίκιος, υπακούοντας στην πρόσκληση του αυτοκράτορα, έβγαλε το ράσο και κινήθηκε αμέσως εναντίον του Βάρδα μαζί με τον ηγεμόνα Δαβίδ, τελειώνοντας την αποστολή του με επιτυχία. Κατόπιν γύρισε πάλι στο Όρος όπου άρχισε την ανέγερση του σημερινού μοναστηριού η ίσως τη διεύρυνση και επέκταση της λαύρας του Κλήμεντος. Το μεγάλο αυτό έργο άρχισε και τελείωσε χάρη στις πλούσιες αυτοκρατορικές δωρεές και τα πολλά λάφυρα που πήρε μαζί του ύστερα από την παραπάνω νίκη του.
Το νέο μοναστήρι ονομάστηκε από την αρχή των Ιβήρων από την καταγωγή των ιδρυτών και των πρώτων μοναχών που μόνασαν σ' αυτό και διατηρεί την ίδια ονομασία μέχρι σήμερα. Ωστόσο, το έτος 1357 με σιγίλλιο του πατριάρχη Καλλίστου Β , το γεωργιανό αυτό ιερό καθίδρυμα ήρθε στα χέρια των Ελλήνων, που υπερείχαν αριθμητικά και πνευματικά έναντι των μοναχών από την Ιβηρία (Γεωργία). Στο νεοσύστατο μοναστήρι προστέθηκαν από πολύ νωρίς και μέχρι τον 14ο αιώνα πολλά μικρά μοναστήρια, όπως του Λεοντίου στη Θεσσαλονίκη, του Ιωάννη Κολοβού στην Ιερισσό, του Αγίου Σάββα, του Χάλδου, του Κάσπακος κ.α.
Δεν παρέμεινε, βέβαια, και αυτό ανέπαφο από τις διάφορες επιδρομές εναντίον του Όρους και τις ανάλογες συνέπειές τους. Σχετικά αναφέρονται πολλές καταστροφές του από πειρατές, από ενωτικούς της Δύσεως και τους φοβερούς Καταλανούς στις αρχές του 140υ αιώνα. Μετά όμως από όλα αυτά, οι Παλαιολόγοι αυτοκράτορες, ο κράλης της Σερβίας Στέφανος Δουσάν και κυρίως ο ηγεμόνας της Ιβηρίας Γ  Ὀργοράνης και οι διάδοχοί του ενίσχυσαν το έργο της ανοικοδομήσεώς του. Η νέα αυτή περίοδος της ακμής του μοναστηριού συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, όποτε εμφανίστηκαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες. Για τη λύση του αδιεξόδου αυτού οι Ιβηρίτες μοναχοί έφυγαν στην πατρίδα τους, όπου επισκέφθηκαν τον ηγεμόνα Αλέξανδρο ΣΤ , στον οποίο παρέδωσαν τα κλειδιά του μοναστηριού ζητώντας του οικονομική βοήθεια. Αποτέλεσμα της ενέργειάς τους αυτής, σε συνδυασμό και με τις επισκέψεις τους σε άλλες χώρες, ήταν η συγκέντρωση πολλών χρημάτων , με τα οποία όχι μόνο ξεχρεώθηκε το μοναστήρι, αλλά άρχισε η ανέγερση καινούργιων οικοδομών και ο αριθμός των μοναχών του αυξήθηκε σημαντικά.
Στα μέσα του 17ου αιώνα, Ιβηρίτες μοναχοί, ύστερα από σχετική παράκληση του τσάρου Αλεξίου, πήγαν στη Ρωσία φέρνοντας μαζί τους ως δώρο μία εικόνα, αντίγραφο της Παναγίας Πορταΐτισσας, με την οποία έγινε καλά η άρρωστη κόρη του. Τότε ο Αλέξιος, από ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο και τους Ιβηρίτες, αντί για άλλη βοήθεια, τους παραχώρησε το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, που βρισκόταν σε κεντρικό σημείο της Μόσχας. Ενδιαφέρον όμως για το μοναστήρι δείχνουν την εποχή αυτή και πολλοί πατριάρχες, που το ενισχύουν με κάθε τρόπο. Εδώ έμεινε για λίγο χρόνο και ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε .
Κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 το μοναστήρι των Ιβήρων βρέθηκε πάλι σε δύσκολη θέση οικονομικά, κυρίως ύστερα από τις μεγάλες προσφορές του στον κοινό αγώνα, Ακόμη ένα μέρος του μοναστηριού καταστράφηκε από δύο φοβερές πυρκαγιές στα χρόνια 1845 και 1865 και ανοικοδομήθηκε αργότερα χάρη στα πλούτη του και στις εισφορές πολλών χριστιανών.
Το Καθολικό της Μονής Ιβήρων, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, άρχισε να κτίζεται το 984, ολοκληρώθηκε μετά το 1019 και ανακατασκευάστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα.
Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της μεγάλης αυλής και ακολουθεί το σχήμα του βυζαντινού αγιορειτικού ρυθμού. Από το παλαιό καθολικό σώζεται το ωραίο μαρμαροθέτημα με διάφορα γεωμετρικά σχήματα και επιγραφή του Γεωργιανού κτήτορα Γεωργίου, του τρίτου ηγουμένου της. Αξιόλογα είναι εδώ και τα δίζωνα κιονόκρανα, σε δεύτερη χρήση, που βρίσκονται στους κίονες του κυρίως ναού.
Οι τοιχογραφίες του καθολικού ανήκουν σε διάφορες εποχές, από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα, όποτε έχουμε και επιζωγράφησή τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το μεταβυζαντινό ξυλόγλυπτο τέμπλο με τον πλουσιότατο φυτικό του διάκοσμο, η πόρτα από άργυρο και έβενο που οδηγεί από τον εξωνάρθηκα στη λιτή και στη ρωσικής τέχνης επτάφωτη λυχνία σε σχήμα λεμονιάς με τριάντα επιχρυσωμένα λεμόνια και 7 κηροπήγια, έργο του 1819.
Το κωδωνοστάσιο της Μονής βρίσκεται σε πύργο ενσωματωμένο στο ανατολικό τμήμα της τράπεζας. Κτίσθηκε το έτος 1848. Ο τελευταίος όροφος προστέθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
H φιάλη του αγιασμού Μονής Ιβήρων αρκετά νεωτεριστική για την εποχή της, κατασκευάσθηκε το 1863 και διακοσμήθηκε με δυτικότροπη εικονογράφηση στο θόλο της το 1878.
Η Μονή Ιβήρων έχει 16 παρεκκλήσια. Στο Καθολικό βρίσκονται δύο παρεκκλήσια με τοιχογραφίες, του Αγίου Νικολάου και των Αγίων Αρχαγγέλων . Εκεί φυλάσσονται τα λείψανα 165 αγίων και τμήματα από τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την σταύρωση του Χριστού.
Δίπλα στην παλιά είσοδο της μονής βρίσκεται το παρεκκλήσι της Παναγίας της Πορταΐτισσας με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα της είναι του 1774 και απεικονίζουν σοφούς και βασιλείς της αρχαιότητας.
Επίσης στην αυλή είναι και το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου, κτισμένο πάνω στο παλιό καθολικό της Μονής του Κλήμεντος. Η σημερινή μορφή του χρονολογείται το 1710. Στα υπόλοιπα 12 παρεκκλήσια υπάρχουν μόνον φορητές εικόνες.
To Koιμητηριο της Μονής Ιβήρων βρίσκεται βόρειά της μονής και ο ναός τιμάται στη μνήμη του Αγίου Αθανασίου πατριάρχη της Αλεξανδρείας. H παρούσα φάση είναι ανακαίνιση του 1672 και διατηρεί την αυστηρότητα ναών, του τύπου της μονόκλιτης βασιλικής.
Η αυλή της Μονής είναι περίπου ορθογώνια και αρκετά ευρύχωρη. Είναι όλη πλακοστρωμένη και έχει στη νοτιοανατολική της γωνία το Καθολικό. Στο δυτικό της τμήμα της αυλής παρεμβάλλονται τα ισόγεια κτίσματα του μαγειρείου και της βιβλιοθήκης χειρογράφων .
H τράπεζα, στη σημερινή της μορφή διαμορφώθηκε το 1848 από τον αρχιμανδρίτη Αθανάσιο από την Ακαρνανία. Προηγουμένως είχε τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Στην κόγχη της υπάρχουν επτά εικόνες της Μεγάλης Δέησης. Ανακαινίσθηκε πρόσφατα με εργασίες στη στέγη της και στο εσωτερικό της.
To Μαγειρείο είναι αυτοτελές θολωτό κτίσμα δίπλα στην τράπεζα. Τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με νεότερο προκτίσμα .
To λαδαριό της Μονής Ιβήρων βρίσκεται εκτός του περιβόλου, απέναντι από την πύλη της. Στεγάζεται στο ισόγειο χώρο του εργατόσπιτου.
O φούρνος προσωρινά δε λειτουργεί. Υπάρχει μόνο το προσφορείο.
Το κρασαριό της Μονής στεγάζεται στον υπόγειο χώρο πίσω και κάτω της τράπεζας. Κτίστηκε το 1804.
Οι πτέρυγες της Μονής Ιβήρων δημιουργούν τετράπλευρο οικοδόμημα με τμήματα διαφόρων περιόδων και αντίστοιχων μορφολογιών. Η βορεινή της χαρακτηρίζεται εξωτερικά από νεοκλασικού τύπου κιονοστοιχία που τονίζει την είσοδο. Στη συνέχεια ο έκδηλος φρουριακός χαρακτήρας συνδυάζεται με τους κλείστους εξώστες των ορόφων της μονής δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό σύνολο.
Στο εσωτερικό της οι όψεις της ανατολικής και βορεινής πτέρυγας είναι επίπεδες χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η δυτική πτέρυγα και μέρος της νότιας κατασκευάστηκαν το 1804.
Τα κελιά των μοναχών της υπάρχουν διάσπαρτα στις τρεις πτέρυγες της μονής εκτός της νότιας. Είχαν μορφή διαμερίσματος, λόγω του ότι επί αιώνες η μονή λειτουργούσε ως ιδιόρρυθμη. Μετά την επαναφορά του κοινοβιακού βίου μετασκευάζονται σε μονοχώρα κελιά με προθάλαμο.
Στη νότια γωνία της ανατολικής πτέρυγας της μονής Ιβήρων βρίσκονται οι χώροι διοικήσεως της μονής και το Συνοδικό. Στην ανατολική γωνία της βόρειας πτέρυγας είναι το Ηγουμενείο.
Το νέο συνοδικό διαμορφώνεται στο δεύτερο όροφο του νέου κτίσματος που ανεγέρθηκε στο ακάλυπτο τμήμα της νότιας πλευράς της μονής .
Το αρχονταρίκι της Μονής Ιβήρων βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία και καταλήγει στον πύργο της μονής. Οικοδομήθηκε το 1804 και ανακαινίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι χώροι και τα δωμάτια φιλοξενίας καταλαμβάνουν τους δύο ορόφους της πτέρυγας. Λόγω των αυξημένων αναγκών φιλοξενίας θα αξιοποιηθεί και ο δεύτερος όροφος του νέου κτίσματος που ανεγέρθηκε στη ίδια πτέρυγα της μονής.
Η Μονή διαθέτει χώρο για νοσηλεία μοναχών στη νότια πτέρυγα, φαρμακείο οδοντιατρείο και γηροκομείο. Επίσης διαθέτει αγιογραφείο, ραφείο, κηροπλαστείο, τεχνικά εργαστήρια και εργαστήρια συντήρησης κειμηλίων
To Σκευοφυλάκιο στεγάζεται μαζί με τη βιβλιοθήκη στο αυτοτελές κτίριο που βρίσκεται απέναντι από το Καθολικό. Θεωρείται από τα αξιολογότερα του Αγίου Όρους. Φυλάγονται ανεκτίμητοι θησαυροί, χρυσοκέντιτα άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη, σταυροί, δισκοπότηρα, εγκόλπια, μίτρες, η αρχιερατική στολή του Πατριάρχη Διονυσίου του Δ , ο μανδύας του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε , αυτοκρατορικός σάκος του 15ου αιώνα και άλλα ιερά αντικείμενα και κειμήλια. Επίσης φυλάσσονται αυτοκρατορικά και πατριαρχικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων Μιχαήλ Β  Παλαιολόγου και Ιωάννου Στ  Καντακουζηνοῦ.
Το νέο διώροφο κτίσμα που οικοδομήθηκε πρόσφατα στη νότια και ακάλυπτη πλευρά της μονής, θα στεγάσει και το εικονοφυλάκιο. Στη Μονή φυλάσσονται περισσότερες από 1600 βυζαντινές, μεταβυζαντινές και νεότερες εικόνες, από τις οποίες οι μισές βρίσκονται στο εικονοφυλάκιο.
Η βιβλιοθήκη της Μονής Ιβήρων είναι καλά οργανωμένη και πλoύσια σε περιεχόμενο. Περιέχει περισσότερα από είκοσι χιλιάδες έντυπα, από τα οποία 33 είναι αρχέτυπα και 11000 παλαίτυπα βιβλία .Επίσης περιλαμβάνει περισσότερα από 2300 χειρόγραφους κώδικες καθώς και 14 λειτουργικά ειλητάρια. Από τους κώδικες διακόσιοι είκοσι τρεις, στην ελληνική και γεωργιανή γλώσσα, είναι περγαμηνοί. Οι υπόλοιποι είναι βομβύκινοι και χάρτινοι 68 ελληνικά χειρόγραφα και ένα σλαβικό είναι εικονογραφημένα. Στο νέο διώροφο κτίσμα της νότιας πλευράς της μονής Ιβήρων διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για η βιβλιοθήκη.
Εκτός Μονής Ιβήρων βρίσκονται τα κτίρια του αρσανά, τα ψαροσπιτα, ο κοιμητηριακός ναός, το Αγίασμα τα εργατόσπιτα, πριονιστήριο, ξυλουργεία, μηχανουργείο, βουρδουναριό και διάφορες αποθήκες.
Το νεώριο της Μονής, καλύπτεται από ισχυρό πύργο με θέσεις για τα πλοιάρια στο κάτω μέρος και παρεκκλήσια στο τελευταίο όροφο. Η σημερινή του μορφή χρονολογείται στο 1626. O ιστορικός αυτός πύργος επικοινωνούσε με τη μονή με υπόγεια σήραγγα.
Στη Μονή Ιβήρων ανήκουν τα περισσότερα μικρά καταλύματα μοναχών-ψαράδων και των μικρών σκαφών τους. Τα περισσότερα ψαροσπιτα βρίσκονται στα παράλια προς Καλιάγρα ενώ δύο πολύ χαρακτηριστικής μορφολογίας προς την αντίθετη πλευρά. Το ένα, με έξι κελλιά και έξι χώρους για σκάφη, κτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα.
Ο αμυντικός πύργος της Μονής Ιβήρων βρίσκεται στην νότια πλευρά της μονής. Η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε το 1513 στο άκρο του προστατευτικού της περιβόλου, όπου πρόσφατα ανοικοδομήθηκε αντίστοιχη πτέρυγα. Σε μικρή απόσταση από αυτόν υπάρχει ο αμυντικός πύργος του αρσανά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικής τυπολογίας.
H Μονή Ιβήρων έχει εξαρτήματα της την Σκήτη Τιμίου Προδρόμου, επονομαζόμενη και Ιβηρήτικη , δέκα Καθίσματα και είκοσι έξι Κελλιά .
Στη Μονή ανήκει η Σκήτη Τιμίου Προδρόμου, που απλώνεται σε πλαγιά δυτικά της μονής και σε απόσταση μισής ώρας από αυτήν. Έχει μορφή οικισμού με καλύβες και Κυριακό και είναι ιδιόρρυθμη. Δεν είναι εξακριβωμένη η χρονολογία της συγκρότησης του οικισμού σε Σκήτη. Σαν οικισμός ήταν ανεπτυγμένος τουλάχιστον από την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα. Το Κυριακό της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου ανεγέρθηκε το 1779 και τοιχογραφήθηκε το 1799. Περιλαμβάνει ξενώνα και τράπεζα.
Οι Καλύβες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου είναι συνολικά οκτώ αλλά οι περισσότερες είναι σήμερα ακατοίκητες. Σε καλύβες της Σκήτης έζησαν τρεις όσιοι που μαρτύρησαν στη Αδριανούπολη το 1519 και άλλοι τέσσερις που μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 19ου αιώνα. Σε καλύβα της Σκήτης κατοικούν έξη μοναχοί. Ασχολούνται με την κατασκευή μοσχοθυμιάματος.
H Μονή Ιβήρων διαθέτει είκοσι έξι Κελλιά στην ευρύτερη περιοχή της. Δέκα από αυτά είναι στον οικισμό των Καρυών, δέκα τρία βρίσκονται προς την κατεύθυνση των Καρυών και τα υπόλοιπα τρία προς την μονή Φιλοθέου.
Το Κελλί του Αγίου Δημητρίου στις Καρυές χρησιμοποιείται ως αντιπροσωπείο. Το σύνολο των κελλιωτών μοναχών της μονής είναι είκοσι επτά και οι περισσότεροι ασχολούνται κυρίως με γεωργικές καλλιέργειες.
H Μονή Ιβήρων έχει συνολικά δέκα Καθίσματα που ευρίσκονται στα περίχωρα της μονής. Σ  ἕνα από αυτά της κατοικεί ένας μοναχός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου