Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Γέροντας Γαβριήλ ο Αναχωρητής...



Βιώματα από το ημερολόγιο του και άλλα θαυμαστά σημεία
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«... Θ' αρχίσω με την αγάπη του Θεού. Ίσως με τις γνώ­σεις σου ή με τις διανοητικές σου ικανότητες να γνωρίζεις για την αγάπη του Θεού περισσότερα από μένα τον ελεεινό. Ας έχει δόξα ο Θεός! Αν όμως ή αγάπη του Θεού έχει μπει στην καρδιά σου, αν σε έχει φωτίσει και σ' έχει μεταμορφώσει, τότε βέβαια καμιά σαρκική σκέψη, κανένας κακός λογισμός δε θα εισχωρήσει στην καρδιά σου. Τίποτα δε θα μπορεί να την Ικανοποιήσει παρά μόνο ή αγάπη του Θεού.

Συχώρεσέ με, αγαπητέ μου, μη νομίσεις πώς θέλω μ' οποιοδήποτε τρόπο να σε πληγώσω. Όχι, σίγουρα όχι. Θα 'θελα μόνο να εξηγήσω σε σένα το στενό μου φίλο και αδελφό εν Χριστώ την αγάπη του Θεού, την αγάπη εκείνη πού εγώ προσωπικά τόσο καιρό τώρα και τόσο επίμονα ζητούσα ν' αποκτήσω και δεν τα κατάφερνα. Οι επιθυμίες μου αυτές ήταν ή αιτία της πνευματικής μου αναγέννησης και κράτησαν πάρα πολύ, περισσότερο από τριάντα χρόνια,
Νομίζω ότι ο πόλεμος με την αμαρτία για την ελπίδα της μελλοντικής ευφροσύνης και της ένωσης μας με τον Κύριο και δημιουργό μας, είναι δύο ειδών. Το ένα είδος είναι ο δικός μου πόλεμος, με τη φύση μου.
Το άλλο είναι ή μάχη του Θεού. Όλα αυτά όμως ήταν μυστήρια και κρυφά πράγματα για μένα, αργό­τερα άρχισα να τα καταλαβαίνω. Έτσι οικονόμησε ή πρόνοια του Θεού. Εξαντλήθηκα στη μάχη με τον εαυτό μου, με τα αγρία πάθη της σάρκας μου. Από τον αγώνα μου αυτόν όμως μου έμεινε μια υψηλότερη κι ευγενέστερη επιθυμία, παρά τις αμαρτωλές τάσεις μου. Ό αγώνας αυτός έδωσε φτερά στην ψυχή μου και κατάλαβα πώς τίποτ' άλλο στον κόσμο παρά μόνο ή επιθυμία αυτή θα μπορούσε να με Ικανοποιήσει στην αναζήτη­ση αυτής της αιώνιας, δημιουργικής δύναμης πού απονέμεται από το Θεό. Κι αυτή είναι ή αγάπη του Θεού. Διψούσα ν' αγαπήσω το Θεό μ' όλη μου την ψυχή. Μα πώς είναι το να αγαπά κανείς; Αν πρόκειται ν' αγαπήσει κάποιος το Θεό πρέπει να 'ναι άξιος για το Θεό. Εγώ όμως έβλεπα πώς όχι μόνο ήμουν αμαρτωλός, αλλά επέμενα στην αμαρτία μου.
Ή επιθυμία μου για ν' αγαπήσω το Θεό αναπτύχθηκε πολύ, έγινε φωτιά, δεν ήξερα όμως πώς ν' αγαπήσω, ώστε να ικανοποιηθεί ή καρδιά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω για να το κατορθώσω αυτό. Προσπάθησα να τηρήσω όλους τους καθιερωμένους τύπους, δηλ. να κάνω πάντα το καλό, να είμαι ελεήμων προς τον πλησίον μου. Αρκετές φορές βρέθηκα να μην έχω καθόλου ρούχα, τα 'χα δώσει όλα στους φτωχούς. Υπόφερα από πείνα και δίψα χωρίς να το μάθει κανένας. Υπόμενα συκοφαντίες χωρίς να ζητήσω εκδί­κηση, αγωνίστηκα ν' αγαπήσω τους εχθρούς μου. και τους αγαπούσα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. Την αγάπη του Θεού όμως δεν την ένιωθα μέσα μου, τα πάθη μου έδειχναν πώς ήμουν τελείως ξένος της θείας αυτής αγάπης. Ό λογισμός αυτός όμως δε μ' εγκατέλειψε ποτέ. Ή καρδιά μου φλεγόταν με μεγαλύτερη ακόμα επιθυμία ν' αγαπήσω το Θεό, αν κι ήμουν ανίκανος να συνειδητοποιήσω το στόχο αυτό. Ένιωθα πώς ή δύναμη της ζωής βρίσκεται στην αγάπη του Θεού. Πώς αυτή ήταν μια δημιουργική και χαρισματική δύναμη. Σκεφτόμουν πώς αν θα μπορούσα ν' αποκτήσω την αγάπη αύτη, όλοι οι δεσμοί με τα πάθη μου θα διαλύονταν αμέσως. Ακόμα και τα ίχνη των παθών μου θα εξαφανίζονταν, θα καταστρέφονταν από τη φωτιά της θείας αγάπης. Ήμουν σίγουρος γι' αυτό τότε. και τώρα μπορώ να βεβαιώσω πώς δε γίνεται αλλιώς. Αυτή είναι ή αλήθεια για την οποία μίλησε ο Χριστός μας. «Ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς... όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ίωάν. η' 32, 37). Δεν μπορούσα να υποφέρω και να περιμένω άλλο. Κάθε λεπτό φώναζα: Πότε θα μ' αξιώσει ο Θεός ν' αποκτήσω αυτή την αγάπη Του; Ό ίδιος είπε, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίωάν. ιε' 5). Κύριε, έλα, κάνε με κατοικητήριό Σου. Δίδαξε με να κάνω το θέλημα Σου. Δίδαξε με να σε αγαπήσω, όπως πρέπει ν' αγαπηθείς. Παντοδύναμε, για σένα δεν είναι δύσκολο ν' ασχοληθείς μαζί μου. Είμαι τόσο ανάξιος, Κύριε, αλλά έστω και για λίγο ας κατοικήσει ή αγάπη Σου μέσα μου, να με ζωογονήσει, για να Σε κατανοήσω και να έρθω να Σε γνωρίσω. Μετά ας φύγεις. Με τη γνώση αυτή θ' αγωνί­ζομαι πάντα κοντά Σου, θα υποφέρω συνειδητά, γνωρίζοντας γιατί υποφέρω και γιατί ζω.
Στο Θεό φάνηκε ευάρεστο ν' αρρωστήσω- κι αρρώστησα. Την αγάπη αύτη όμως δεν την είχα γευτεί ακόμα. Αρρώστη­σα κι όσο κρατούσε ή αρρώστια μου προσευχόμουν με δάκρυα για να κυριαρχήσω στα πάθη μου. Την αγάπη αυτή όμως δεν την είχα. Ήμουν έτοιμος να μετανοήσω κι όχι μια φορά και δυο. Μετανοούσα πάρα πολλές φορές και χαιρόμουν, γιατί έβλεπα πώς έπαυα να είμαι δούλος της αμαρτίας, ή ψυχή μου δεν αναπαυόταν στην αμαρτία, δε χαιρόταν μ' αυτήν. Λογισμοί αμαρτωλοί δεν έβγαιναν από την καρδιά μου, ή μετάνοια μου συνδυαζόταν με δοξολογία στο Θεό. Όσο υπόφερα, τόσο καλύτερα ένιωθα. Είχα σφοδρή επιθυ­μία να κοινωνώ και κοινωνούσα τακτικά. Μετά τη θεία κοινω­νία ή ψυχή μου πετούσε, είχα απόλυτη ελπίδα στο Θεό, ή καρ­διά μου πλημμύριζε από αισθήματα δοξολογίας στον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Τότε αποκαλύφθηκε σε μένα τον ελεεινό ή αμέτρητη αγάπη του Θεού για τον κόσμο, για τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Ή αγάπη αυτή άρχισε να μου φανερώνεται και να τη νιώθω σ' όλη μου την ύπαρξη με τέτοια επιθυμία και νοσταλγία για τον Κύριο, πού δεν αισθανόμουν τα βάσανα μου, Δεν μπορούσα πια ν' αποστρέφω τους λογισμούς μου η τα αισθήματα της καρδίας μου από την αγάπη μου προς τον Κύριο. Θυμόμουν όλη την επίγεια ζωή Του, τα θαύματα κι όλα τα έργα πού έκανε στη γη κι αισθανόμουν δέος, ή ψυχή κι ή καρδιά μου ανανεώνονταν ως τα βάθη τους. Ή καρδιά μου ολόκληρη ένιωθε την αγαλλίαση της σωτηρίας. Τίποτα πια δεν μπορούσε να μου προκαλέσει απελπισία και να μ' απογοητεύσει για το έλεος του Θεού. Ό Κύριος ήταν κοντά, ή ψυχή μου ζούσε μαζί Του κι ένιωθε μόνο την απέραντη αγάπη Του.
Κάθε βήμα πού είχε κάνει ο Κύριος στην επίγεια ζωή Του είχε εντυπωθεί στη συνείδηση μου σαν οδηγός για τη σωτηρία μου, για το φωτισμό όλης μου της ύπαρξης. Τα είχε όλα εξαγιάσει για μένα: Τον αέρα πού ανάσαινα, το νερό πού έπινα, ακόμα και το κρεβάτι οπού ήμουν ξαπλωμένος, τον τάφο οπού θα με έβαζαν. Όλα βεβαίωναν τη σιγουριά της σωτηρίας μου, την ανάσταση του φθαρτού μου σώματος, το μακαρισμό μου κοντά στον Κύριο. Κι ένιωθα ακόμα πώς όλα αυτά δε μου τα χάρισε ο Θεός επειδή το άξιζα, αλλά οφείλονταν αποκλειστικά στην απέραντη αγάπη και καλοσύνη του Θεού.
είχα βαθιά την αίσθηση πώς ήμουν αμαρτωλός, ταυτό­χρονα όμως ή ψυχή μου ευφραινόταν πραγματικά. Είχα μια φλογερή ελπίδα στο έλεος του Κυρίου. Από τα μάτια μου έτρε­χαν δάκρυα ευχαριστίας και κατάνυξης. Μου είναι αδύνατο να σου περιγράψω τις εμπειρίες πού ζούσα αυτές τις στιγμές. Δεν ένιωθα την ανάγκη για φαγητό. Όταν μ' επισκέπτονταν άλλοι στενοχωριόμουν. Αισθανόμουν μακάριος, γεμάτος από αγάπη για τον Κύριο. Ήθελα να μπορούσα να παραμείνω αιώνια έτσι, μόνος και να υποφέρω, αρκεί να ήμουν με τον Κύριο, στην πλησμονή της αγάπης Του. » Βλέπεις τι είναι ή αγάπη του Θεού και τι κάνει στην ψυχή του ανθρώπου!
Για χάρη της αγάπης αυτής σε καλώ να γίνεις εραστής του Θεού. Ή αγάπη του Θεού είναι απαραίτητη σε όλους, σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Είναι ο θησαυρός πού δεν μπορεί να σου κλέψει κανένας, μια ακατανίκητη και δημιουργική δύναμη, ή δύναμη της αιώνιας ζωής.
Όταν ο άνθρωπος βάλει μέσα του την αγάπη αυτή θα ζωογονήσει την ψυχή του. Ό εραστής του Θεού δε νοιάζεται για την αγάπη αυτού του κόσμου. Ή εγκόσμια αγάπη έρχεται σε ρήξη με τη θεία αγάπη, είναι έχθρα του Θεού. Σε πολλούς φαί­νεται άδικο αυτό, όμως αύτη είναι ή αλήθεια κι ή δικαιοσύνη του Θεού.
Πώς θα μπορούσε κάποιος πού έχει μέσα του τη θεοχαρίτωτη αύτη αγάπη να σκοτώσει τον άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και νοιάζεται για οτιδήποτε άλλο; Ποιος αγαπά πραγματικά το Θεό και μπορεί να ζηλέψει τα πράγματα του διπλανού του ή να κλέψει ή να τον στερήσει από κάτι; Ότι κατέχει, είναι του Θεού. Το διαχειρίζεται με φόβο Θεού, γιατί του το 'δωσε ο Θεός.
Αγάπη του Θεού είναι ή ζωοποιός δύναμη της ψυχής και της καρδίας του ανθρώπου πού πλάστηκε κατ' εικόνα Του. Μ' αυτήν ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στον παράδεισο. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ή βασιλεία του Θεού έρχεται εν δυνάμει. Ό άνθρω­πος πρέπει ν' αγαπά το Θεό και να ζει κοντά Του, ή ανάσα του πρέπει να συνδέεται με την αγάπη του Θεού. «Ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν, ουδείς ημών αντισχείν ηδύνατο εχθρού πάλαισμα οι νικώντες γαρ ένθεν υψούνται» (Αναβαθμοί, ήχος πλ. β')».
Σαν έλαβε το θείο αυτό χάρισμα, δηλ. την αγάπη του Θεού, ο π. Γαβριήλ δεν μπορούσε πια ν' ακούει, πολύ περισσότερο να προφέρει τ' όνομα «Θεός» απαθώς, με αδιαφορία. Ή καρδιά του είχε ανάψει ολόκληρη. Ή αγάπη του αυτή προς τον Κύριο, το Σωτήρα μας, τον έκανε να κλαίει συνέχεια και να χύνει αβίαστα δάκρυα ευχαριστίας και ευλάβειας. Το γλυκύτατο όνομα του Θεού υπήρχε αδιάλειπτα στο νου και στην καρδιά του και χάριζε ζωή και δύναμη στο ταλαιπωρημένο σώμα του π. Γαβριήλ, πού μόλις μπορούσε ν' ανασάνει. Αυτόν τον καιρό κατέβαλε κάθε προσπάθεια να βρίσκεται μακριά από κόσμο. Κι ή φοβερή αρρώστια του τον βοήθησε πολύ σ' αυτό. Αποσύρθηκε άπ' όλο τον αισθητό κόσμο και περιορίστηκε στον εσωτερικό κόσμο της καρδίας του, όπως τα θαλασσινά πού κρύβονται στα όστρακα τους. Κανένας δεν ξέρει αν το θαλασσινό μέσα στο όστρακο ζει ή όχι. Αυτό όμως συνεχίζει να ζει εκεί, σα να βρίσκεται πίσω από τοίχο. Τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου είναι μυστικά τόσο από τους ανθρώπους όσο κι από τους δαίμονες, αλλιώς κανένας δε θα μπορούσε να σωθεί.
Ό π. Γαβριήλ ήταν κυριαρχημένος από την αγάπη του Θεού και τη ζείδωρη δύναμη της. Έτσι προσπαθούσε να υποτάξει όλη την ύπαρξη του στο Θεό, να φτάσει στην απόλυτη αυταπάρνηση.
«Για πολύ καιρό προσπαθούσα να σπάσω τον εαυτό μου και δεν τα κατάφερνα. Αργότερα τελικά το κατόρθωσα», μας έλεγε αργότερα. Δυστυχώς, έμεινε αδιευκρίνιστο τι ακριβώς «έσπασε» μέσα στην καρδιά του και μετά όλη ή δύναμη της ψυχής του πληρώθηκε από την αγάπη του Θεού και όλα τα εσωτερικά εμπόδια εξαφανίστηκαν. Ό δρόμος της πνευματικής τελείωσης μέσα από τις ζείδωρες ακτίνες της δημιουργικής αυτής αγάπης έγινε ομαλός, ειρηνικός, απόλυτα σαφής. Γενικά όλη ή ζωή του π. Γαβριήλ έγινε απλή, λόγω της πνευματικής του γνώσης και ενόρασης. Δεν υπήρχαν εμπόδια, αμφιβολίες, δισταγμοί, σύγχυση. Ή πίστη του στο Θεό δυνάμωσε, έγινε ασάλευτη. Ή ελπίδα θέριεψε μέσα του και του 'δωσε μια γεύση της μέλλουσας μακα­ριότητας, ιδιαίτερα της ευλογημένης αθανασίας εν Χριστώ, με το Χριστό. Ή ανεκλάλητη κι απερίγραπτη αγάπη του Χριστού διέγειρε την καρδιά και τους λογισμούς του π. Γαβριήλ, τον μετέφερε από τον ορατό κόσμο στον ουράνιο. Σ' αυτό τον βοηθούσαν κι οι διάφορες θαυματουργικές εκδηλώσεις της καλο­σύνης του Θεού. Συχνά, για παράδειγμα, ιδιαίτερα μετά τη θεία κοινωνία, ο π. Γαβριήλ αισθανόταν ένα θαυμάσιο άρωμα. Τότε δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του, φώναζε το διακονητή του και ρωτούσε:
— Σου μυρίζει κάποιο άρωμα;
— Μην το πιστεύεις π. Γαβριήλ. Δεν είσαι καλά... Όχι, δε μου μυρίζει τίποτα, δεν υπάρχει κανένα άρωμα εδώ.
Ό λόγος πού δεν μπορείς να το μυριστείς, είναι γιατί διαβάζεις φτηνά ρομάντζα και σε περιβάλλουν δαιμονικά πνεύ­ματα. Σε περιμένει καταστροφή. Βλασφημείς το Πνεύμα του Θεού με τα φτηνά σου ρομάντζα. Σε παρακαλώ, μη τα διαβά­ζεις άλλο πια!
Το κελί του π. Γαβριήλ βρισκόταν στον κεντρικό διάδρομο πού οδηγεί στο καθολικό του μοναστηρίου. Κι οι αδελφοί στις 4 το πρωί πού πήγαιναν για τον όρθρο σταματούσαν λίγο να επισκεφτούν τον πονεμένο μα πάντα χαρούμενο Γέροντα για να του δώσουν κουράγιο. Ό καλός π. Βησσαρίων πού ηγουμένευε τον επισκεφτόταν σχεδόν κάθε μέρα. Κι άλλοι πατέρες πήγαι­ναν συχνά. Ένας άπ' αυτούς, ο π. Έπιφάνιος, ένιωσε το άρωμα πού ανάδιδε το κελί του, γύρισε αμέσως στο διακονητή του π. Γαβριήλ και του είπε: Ιωσήφ, τι κολόνια έβαλες στο Γέροντα; Θεέ μου, πρέπει να 'ναι πανάκριβο άρωμα! Μυρίζει θεσπέσια!
Αφού έφυγε ο π. Έπιφάνιος ο π. Γαβριήλ γύρισε στο διακονητή του και του είπε:
Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα;
Ό Ιωσήφ έκλαιγε με λυγμούς. Έκανε μια μετάνοια στο κρεβάτι του Γέροντα και του είπε:
Συχώρεσέ με- και κάνε προσευχή για μένα.Σύντομα μπήκε μέσα ένας άλλος ιερομόναχος, ο π. Άβενήρ πού του άρεσαν οι κολόνιες και τις χρησιμοποιούσε. Ένιωσε κι αυτός το περίεργο άρωμα στο κελί του π. Γαβριήλ και ρώτη­σε το
διακονητή του: —Που και πόσο αγόρασες αυτό το εκλεκτό άρωμα;
«Κι εγώ, θυμόταν ο π. Γαβριήλ, ήμουν ξαπλωμένος και πληγωμένος, σαν τον εμπεσόντα στους ληστές. Είχα κοινωνή­σει όμως το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού· επομένως είχα μέσα μου το Πνεύμα το Άγιο. Ήταν φυσικό να νιώσουμε το άρωμα Του. Ό Χριστός, σαν τον καλό Σαμαρείτη της παραβολής, ρίχνει στις πληγές του ανθρώπου πού έπεσε στους ληστές το λάδι και το κρασί της χάρης Του».
Κάποτε ένιωσε το ίδιο αυτό άρωμα κι ο γιατρός Μ.Ι.Φ., πού παλιότερα τον φρόντιζε. Ήταν άνθρωπος πού ποτέ δεν τον είχαν απασχολήσει τα θέματα της πίστης και της σωτηρίας. Για όλα τα θαύματα πού γίνονται στη ζωή είχε και κάποια «φυσική» εξήγηση. Νόμισε κι αυτός πώς ο π. Γαβριήλ είχε χρησιμοποιήσει κάποια ακριβή κολόνια. Ό π. Γαβριήλ του είπε απλά πώς αυτό δεν ήταν άρωμα, αλλά ή ευωδία των Τιμίων Δώρων τα όποια είχε κοινωνήσει μόλις πριν έρθει ο γιατρός.
— Α, αυτό είναι λοιπόν. Σίγουρα θα πρέπει να ήταν εξαι­ρετικό κρασί. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Από που αγοράστη­κε; Θα' θελα κι εγώ ν' αγοράσω λίγο... Πολύ καλό κρασί...Μαγιατί κοινωνείς τόσο συχνά; Φοβάσαι πώς θα πεθάνεις;
— Όχι, δε φοβάμαι το θάνατο· ή μάλλον δεν τον φοβάμαι πια... Γι' αυτό και κοινωνώ.
Ό γιατρός δεν κατάλαβε τα λόγια αυτά για τη θεία κοινω­νία. Συνέχιζε να κάνει τις ίδιες ερωτήσεις: Υπήρξε ο Χριστός; Ήταν ο αληθινός θεός η απλά και μόνο ένας σοφός άνθρωπος; Δεν μπορούσε να εξηγήσει τα θαύματα Του - για παράδειγμα την ανάσταση των νεκρών - με πιο φυσικό τρόπο, όπως κάνουν οι γιατροί πού ξαναζωντανεύουν εκείνους πού έχουν πέσει σε
κώμα;
Στα ερωτήματα αυτά ο π. Γαβριήλ έδινε πάντα τις δικές του απαντήσεις. Του μίλησε για το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, πού είχε πραγματικά πεθάνει κι είχε αρχίσει ν' αποσυντίθεται. Αυτό αφόπλισε το γιατρό πού αναγκάστηκε να ομολογήσει πώς αν το θαύμα αυτό είχε γίνει πραγματικά, θα μπορούσε από μόνο του να πιστοποποιήσει τη θεότητα του Ιησού Χριστού.
— Μιχαήλ Ίγκόροβιτς. Πιστεύεις στην ύπαρξη των πονηρών πνευμάτων, των δαιμόνων; Καλά... το ξέρεις... Πιστεύω πολύ λίγο.
— Σε παρακαλώ: πριν κάνεις οτιδήποτε άλλο εξέτασε με για να διαπιστώσεις αν διανοητικά είμαι φυσιολογικός άνθρω­πος.
Ό γιατρός χαμογέλασε κι είπε πώς βρήκε τον π. Γαβριήλ απόλυτα υγιή, «σώας έχοντα τάς φρένας». Το σώμα Όμως κι ιδιαίτερα ή καρδιά έχουν πολύ μεγάλη αδυναμία.
Ωραία, συνέχισε ο π. Γαβριήλ. Σήμερα στις έξι ή ώρα το βράδυ λοιπόν, ή αναπνοή μου δυσκόλεψε. Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση εμφανίστηκαν μπροστά μου κάποια πονη­ρά πνεύματα, δαίμονες...
Μα αυτό είναι παραίσθηση, διέκοψε ο γιατρός.
Εγώ νομίζω όχι. Ήταν δαίμονες, γιατί με πίεζαν και μου 'λεγαν: «Δεν υπάρχει Θεός- Είσαι δικός μας, θα πεθάνεις».
Όχι, δεν είμαι δικός σας, τους απάντησα, δε θα πεθάνω.Πιστεύω πώς ο Χριστός θα με πάρει κοντά Του. Αυτοί γέλα­σαν: «Χα, χα, χα. Ούτε αυτός ούτε Θεός υπάρχει».
Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε ποιος είναι ο σκοπός σας; τους απάντησα.Εσάς ποιος σας έφτιαξε; "Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε δεν υπάρ­χετε και σεις. Είστε ψεύτες! Είσθε το ψέμα προσωποποιημέ­νο, είστε διάβολοι!!! Φύγετε μακριά από μένα. Εγώ πιστεύω στο Θεό κι αυτός θα με σώσει!» «Χα, χα, χα... Που θα πάς; Θα δούμε. Είσαι αμαρτωλός!», αντέτειναν εκείνοι. «Ναι, απάντη­σα, είμαι αμαρτωλός, εσείς με παρακινείτε. Όμως μετάνιωσα, εξομολογήθηκα στον πνευματικό μου κι οι αμαρτίες μου συχω­ρέθηκαν». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια, αλλά ή μετάνοια σου δεν ήταν καθαρή. Έφερνες πότε τη μια δικαιολογία και πότε την άλλη για να δικαιολογηθείς στον πνευματικό σου». «Αυτό όμως, επέμεινα, κι αν ήταν έτσι, ήταν από ντροπή. Με τη συναίσθηση ότι ή αμαρτία μου ήταν πολύ μεγάλη ντρεπόμουν.Ή ντροπή αυτή όμως κι ο φόβος προέρχονταν από σας τους δαίμονες πού προσπαθούσατε να με διατηρήσετε θύμα σας και να με καταστρέψετε. και τώρα ήρθατε για να με τρομάξετε. Δε θα τα καταφέρετε όμως. Πιστεύω κι ομολογώ τον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, πού «ήλθε εις τον κόσμον αμαρτω­λούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμόθ. α' 15).

Μετά άρχισα να προσεύχομαι και να φωνάζω στον Κύριο: «Κύριε, σώσε με». Οι δαίμονες Όμως εξακολουθούσαν να με πειράζουν. «Χα, ακούς τι λες; τι μπορείς να ελπίζεις πώς θα κερδίσεις, αμαρτωλέ;» Εγώ ξαναπροσευχήθηκα: «Όσιοι του Θεού, βοηθείστε με ν' απαλλαγώ από τις συκοφαντίες και τις επιθέσεις των δαιμόνων». Οι δαίμονες από την άλλη μου φώναζαν: «Όχι, όχι, θα χαθείς!!!» «Όχι, κραύγαζα εγώ. Ακόμα είμαι στο σώμα μου. Μπορώ να μετανοήσω. Δε θα χαθώ». Τότε εκείνοι άρχισαν να μου αποκαλύπτουν όλες τις αμαρτίες μου, ακόμα κι αυτές πού εγώ δεν τις είχα λογαριάσει για αμαρτίες. Μου τις έδειχναν όλες. «Ορίστε, εδώ είναι. τις βλέπεις; Δεν είναι αυτές οι αμαρτίες σου; με κατηγορούσαν συνέχεια οι ακάθαρτοι. Κι οι όσιοί σου ίδιοι με σένα ήτανε. Αμαρτωλοί ήταν κι αυτοί». Σαν άκουσα αυτά τα λόγια σήκω­σα το κεφάλι μου και τους είπα με παρρησία: «τι; Οι άγιοι ήταν αμαρτωλοί σαν και μένα; Αυτοί σώθηκαν. Λοιπόν, γιατί δεν υπάρχει σωτηρία και για μένα; Είμαι ακόμα στο σώμα μου και μπορώ να μετανοήσω. Όχι, είμαι ζωντανός, υπάρχει σωτηρία για μένα!» Τη στιγμή αύτη νικήθηκαν οι δαίμονες...
Ό γιατρός τα 'χασε, ήρθε σε αμηχανία.
Βέβαια, είπε, αυτό είναι κάπως ασυνήθιστο... Αυτό δεν είναι παραίσθηση.
Αφού έφυγαν οι δαίμονες ο π. Γαβριήλ κάλεσε αμέσως τον πνευματικό του, τον π. Έπιφάνιο. Με τις νωπές εντυπώσεις από τις φοβερές εικόνες του πλήθους των αμαρτιών του, αυτών πού του ήταν γνωστές αλλά κι εκείνων πού του φανέρωσαν οι δαίμο­νες, μετάνιωσε κι εξομολογήθηκε καθαρά. Αργότερα ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς αν δεν είχε πίστη στο Σωτήρα ή αν ή πίστη του είχε κλονιστεί, σίγουρα θα είχε πεθάνει από την απελπισία και το φόβο των δαιμόνων. Ή σταθερή πίστη του στον Κύριο όμως τον προστάτεψε και τον έσωσε. και μόνο πού άκουσαν το όνομα της Παναγίας οι δαίμονες εξαφανίστηκαν τρομαγμένοι, βρίζοντας και βλασφημώντας. Με τη βοήθεια του Θεού συνέρ­γησαν κι αυτοί έστω κι αθέλητα ν' απαλλαγεί ο π. Γαβριήλ από τις αμαρτίες του και να ειρηνέψει, να γίνει ήρεμος και χαρούμε­νος.
Ή εμφάνιση των δαιμόνων έκανε τον π. Γαβριήλ πιο προσεχτικό. Παρατηρούσε πια κάθε λογισμό πού ήταν αντίθετος στη σωτηρία του. Με το φωτισμό πού του έδινε ή αδιάλειπτη προσευχή του και με τη βοήθεια της θείας πρόνοιας έβλεπε καθαρά τις κινήσεις του νου του και τους πονηρούς λογισμούς πού τους θεωρούσε εχθρούς του και τους καταδίωκε στη γένεση τους ακόμα, με το όνομα του Ιησού. Ακόμα και με την προ­σβολή όμως των λογισμών αυτών διέκρινε μια ένδειξη της αδυναμίας του. Έκλαιγε, μετανοούσε πάλι και πάλι ως το θάνατο του. «Ή μετάνοια είναι δώρο Θεού» έλεγε Ταυτόχρονα ή απαίσια όψη των δαιμόνων κι ή τρομερή εντύπωση πού του άφησαν, λειτούργησαν θετικά για τον π. Γαβριήλ. Αναλογιζόταν το θάνατο και το πέρασμα του στην αιωνιότητα, καθώς και τα βάσανα πού 'χε να τραβήξει ή ψυχή από τα τελώνια. Πώς μπορεί να προστατευτεί ο άνθρωπος άπ' αυτά; Πώς μπορεί να λάβει τη βοήθεια του Χριστού, να ενισχυ­θεί από τις μεσιτείες της Βασίλισσας των Ουρανών; Ή Προστασία Της είναι τόσο φοβερή στους δαίμονες! Ό π. Γαβριήλ προσευχόταν και ζητούσε από το Θεό να τον ελεήσει την ώρα του θανάτου. Σαν απάντηση στην προσευχή του άρχισε να νιώ­θει πώς ή πίστη του δυνάμωνε, γέμιζε την ψυχή του με χαρά κι ελπίδα για τη σωτηρία του. Ή αγάπη μπήκε στην καρδιά του, ένιωθε μέσα του μια φλόγα πού δυνάμωνε την προσευχή του κι οδηγούσε όλες τις σκέψεις και τους λογισμούς του προς το Θεό. Δεν είχε ανάγκη πια να προσπαθεί για να μαζεύει το νου και τις σκέψεις του. Ή αγάπη τον οδηγούσε κατευθείαν στο Θεό. Έδινε στα αισθήματα του ανυψωτική τάση, στο νου του δύνα­μη θεωρίας, πού ελεύθερα κι αβίαστα τον οδηγούσαν ν' ανέβει στα ουράνια. «Αργότερα με καταλάμβανε φοβερό δέος», έγραφε ο π. Γαβριήλ.
ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
…………Αυτόν τον καιρό εξακολουθούσε να είναι εξασθενημέ­νος. Συνέχιζε να έχει τρεις τέσσερις προσβολές την ήμερα. Ό φόβος του Θεού όμως λιγόστευε όσο δυνά­μωνε ή ελπίδα στην αγάπη και την καλοσύνη του Θεού. Ό Γέροντας την ένιωθε την αγάπη του Θεού γι' αυτόν, την έβλεπε παντού. και μέσα του ένιωθε τη δική του αγάπη προς το Θεό. Ενώ όμως προετοιμαζόταν για να πεθά­νει, ο π. Γαβριήλ σκέφτηκε πώς ίσως ο θάνατος τον στερήσει από την αγάπη αυτή προς το Θεό. Φοβόταν μήπως ο νους του διασκεδαστεί από τις καινούργιες εντυπώσεις πού δημιουργούνται κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Με την παρρησία πού του έδινε ή αγάπη του για το Θεό λοιπόν άρχισε να ικετεύει το Θεό να του δείξει πώς αναχωρεί ή ψυχή από το σώμα. Κι εκπληρώθηκαν τα λόγια του προφήτη: «Θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ' 19).
Κάποτε ή ψυχή του π. Γαβριήλ ελευθερώθηκε από το σώμα του, πού έμεινε κάτω ακίνητο. «Εγώ, θυμάται ο π. Γαβριήλ, το έβλεπα σαν σώμα ξένο, πού ανήκε σε άλλον, σαν ένα συνηθι­σμένο νεκρό».
Εκείνοι πού βρίσκονταν στο κελί του είπαν: «Ό Γέροντας πέθανε... Πάει πια». Τότε ή αγνή ψυχή του π. Γαβριήλ, προστατευμένη από την πρόνοια του Θεού, δεν είδε τους δαίμονες. Κατά πόσο όμως είδε τους αγγέλους του Θεού δε μας το είπε. Είπε μόνο πώς με την παραμικρή κίνηση της θέλησης, με μια σκέψη, ή ψυχή μεταφερόταν αυτοστιγμεί σε οποίο μέρος ήθελε. Ή ελευθερία της κίνησης δεν εμποδιζόταν από κανένα υλικό εμπόδιο πού υπήρχε στη γη, όπως για παράδειγμα οι τοίχοι του σπιτιού. Όλα αυτά τα εμπόδια έμοιαζαν διάφανα ή ανύπαρκτα, μ' όλο πού διατηρούσαν την εμφάνιση και το σχήμα τους. Ό π. Γαβριήλ δεν ανέφερε που βρισκόταν ή ψυχή του τις στιγμές αυτές. Έκλεισε όμως τη διήγηση του ως εξής:
«Σαν έβλεπα το νεκρό κι άψυχο αυτό σώμα, ή ψυχή μου
λυπόταν το δικό της σώμα. Άρχισα να το αγκαλιάζω για να το ζεστάνω και να το αναστήσω. Φυσούσα μέσα στο στόμα κι εκεί, ανάμεσα από τα χείλη, άκουσα ένα μικρό θόρυβο, σαν ανάσα... και βρέθηκα πάλι να είμαι ένας άνθρωπος με σώμα, ξανά άρρωστος, όπως ήμουν και πριν».
Ή αρρώστια του ολόκληρη ήταν ένα είδος παιδείας στην ευσέβεια, μια θεολογική σχολή, κλίμακα προσευχής και θεω­ρίας. Το σώμα του πονούσε κι έσβηνε, άλλ' ή ψυχή του φλεγό­ταν από αγάπη για το Θεό. Ή δημιουργική αύτη αγάπη ζωοποιούσε το σώμα του, έτρεφε το νου του και τον διατηρούσε ακμαίο και διαυγή.
Ό Κύριος με τ' ανεξιχνίαστα κρίματά Του καταδέχτηκε να έρθει για να συναντήσει μια ψυχή πού διψούσε γι' Αυτόν. Την ανάπαυε με ανεκλάλητες παρηγοριές στην προσευχή, με οράματα, με θεωρία. Τα οράματα εκείνα ήταν απάντηση σ' αυτά πού ζητούσε ο π. Γαβριήλ για να προετοιμαστεί και να περάσει ανεμπόδιστα στην αιωνιότητα. Κάποτε ο π. Γαβριήλ είδε πώς μεταφερόταν εναέρια σ' ένα πανέμορφο κι ηλιόλουστο μέρος, μέρα μεσημέρι. Ένιωθε ζεστά και χαρούμενα. Πλησίασε ένα ψηλό βουνό. Εκεί υπήρχε ένα καταπληκτικό οικοδόμημα πού έμοιαζε να 'ναι φτιαγμένο από πολύχρωμα τζάμια ή από διαφανές κρύσταλλο. Όλο το οικοδόμημα έλαμπε κι άστραφτε στον ήλιο κι αντανακλούσε όλα τα χρώματα της ίριδας. Όσο πλησίαζε, τόσο πιο ευχάρι­στη γινόταν ή ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε πώς ρουφούσε κατά κάποιο τρόπο τον αέρα, για να γεμίσει από αίσθημα υπερκοσμιότητας. Μετά ήρθε σε μια πόλη. Εκεί όλα τα κτίρια γυάλι­ζαν κι άστραφταν επίσης, έμοιαζαν διάφανα κι αντανακλούσαν ιριδισμούς σαν κρύσταλλα. Όλα ήταν θαυμάσια, ωραιότατα. Παντού υπήρχαν πλήθος λουλούδια. Αμέτρητοι και πολλών ειδών φοίνικες γέμιζαν τον τόπο, όσο έβλεπε το μάτι. Εδώ ο π. Γαβριήλ περπατούσε μόνος του, ενώ ήρθε να τον προϋπαντήσει ένας χορός από εκατομμύρια τραγουδιστές. Τραγουδούσαν τόσο γλυκά, τόσο γοητευτικά! Όλοι έμοιαζαν να έχουν την ίδια ηλικία - γύρω στα τριάντα τρία, όχι περισσότερο - κι όλοι φαίνονταν τόσο αγνοί, τόσο λαμπροί! Ό π. Γαβριήλ κρατούσε στα χέρια του μια τσάντα με ασημένια νομίσματα κι ήθελε να τα δώσει στους τραγουδιστές, μα εκείνοι του είπαν:
—Στο σπίτι μας αυτό δε γίνεται.
Μετά κάποιος είπε στον π. Γαβριήλ πώς σύντομα θα 'ρχόταν ο επίσκοπος και θα του έδινε ένα κελί για να το χρησιμο­ποιεί ο ίδιος. Ό επίσκοπος ήρθε πραγματικά κι έδειξε στον π. Γαβριήλ δυο ωραία κελιά.
— Αυτά έχουν ετοιμαστεί για σένα, του είπε.
Την ίδια στιγμή άρχισαν να μαζεύονται μερικοί μεγαλό­σχημοι μοναχοί. Ό πρώτος άπ' αυτούς, πού είχε μέτριο ανάστημα και γκρίζα γένια, ρώτησε τον π. Γαβριήλ:
— Πώς σε λένε, αδελφέ;
— Αμαρτωλό Ιερομόναχο Γαβριήλ.
— Ό Χριστός μαζί μας. Σώσου και προσεύχου. Μεγαλό­σχημος· τόσο νέος;
— Ό αρχιεπίσκοπος συμφώνησε, απάντησε ο π. Γαβριήλ, κι έτσι μου έδωσαν το μεγάλο σχήμα.
- Μάλιστα, είπε ο μεγαλόσχημος μοναχός, ο αρχιεπίσκο­πος σε αγαπάει.
Ό π. Γαβριήλ έβλεπε το Γέροντα αυτό πολύ καθαρά, Όπως βλέπουμε την ημέρα. Μετά τον πλησίασε ένας άλλος μοναχός, μα τον έβλεπε λιγότερο καθαρά. Μετά άλλος κι άλλος. Τους τελευταίους πια τους έβλεπε σα σκιές. Μετά άπ' όλους τους άλλους τον πλησίασε ο οικονόμος και του είπε:
—Ορίστε, δες πώς θα είναι τα κελιά σας. Στο μεταξύ όμως πρέπει να περιμένετε και να μείνετε σ' άλλα κελιά. Γίνε­στε δεκτοί, μα τώρα να πάτε και να ζήσετε. Εδώ θα είναι καλά για σας. Να γράψτε σ' όσους γνωρίζετε. Να τους πληροφορή­σετε γι' αυτά πού είδατε εδώ. Εδώ το όραμα τέλειωσε. Σύντομα επισκέφτηκε τον π. Γαβριήλ ο π. Βησσαρίων. Ό Γέροντας του διηγήθηκε ολόκλη­ρο το δράμα κι ο π. Βησσαρίων, μόλις τ' άκουσε, αποφάσισε να κάνει μια αγρυπνία για το μοναχό Ευθύμιο, Ιδρυτή του μονα­στηρίου των Επτά Λιμνών.
Ό π. Γαβριήλ μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Ανάληψης, κοντά στη λειψανοθήκη του μονάχου Ευθυμίου. Εκεί τον έβαλαν να καθίσει σ' ένα κάθισμα πού του είχαν ετοιμάσει. Στην αγρυπνία παραβρέθηκαν ο π. Βησσαρίων και μερικοί μοναχοί. Μετά την αγρυπνία άρχισε να νιώθει κάπως καλύτε­ρα, Ήταν επιφυλακτικός όμως αν έπρεπε να χαρεί γι' αυτό. Φοβόταν μήπως ξαναμαρτήσει, δεν ήταν σίγουρος για το μέλ­λον, γι' αυτό και δε ζητούσε τίποτα από το Θεό. Ήθελε όλα να γίνουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κι όχι με την προσω­πική του επιθυμία. Αργότερα ο π. Γαβριήλ το σχολίαζε αυτό:
— Ό Κύριος ικανοποιεί όλα τα αιτήματα και τις ευχές εκείνων πού Τον αγαπούν. Γιατί αυτοί ζητούν μόνο αυτό πού Τον ευχαριστεί, δεν μπορούν να επιθυμήσουν κάτι πού δε συμ­φωνεί με το άγιο θέλημα Του.
Ή εντύπωση από το θαύμα πού περιγράψαμε παραπάνω ήταν πραγματικά πολύ δυνατή. Ό ίδιος ο π. Γαβριήλ έλεγε πώς άρχισε συχνά να συλλογιέται το παραδείσιο αυτό μονα­στήρι, την ομορφιά του. Ή επιθυμία του να βρεθεί εκεί έκαιγε την καρδιά του. Ίσως σαν απάντηση στην επιθυμία του αύτη ο Κύριος τον αξίωσε να δει ένα καινούργιο όράμα, στο όποιο υπήρχε και μια εξήγηση για το άλλο, πώς δηλ. έπρεπε να ζήσει σωματικά εδώ στη γη. Ό π. Γαβριήλ μας περιέγραψε έτσι το δράμα του:
«Είδα το μοναστήρι μας, των Επτά Λιμνών. Ήταν τριγυ­ρισμένο άπ' όλες τις πλευρές, όσο μακριά και ψηλά μπορούσα να δω, από τη γη ως τον ουρανό, από πλήθη κεκοιμημένων. Μου φάνηκε πώς όλοι έκλιναν το κεφάλι τους μπροστά μου, σα να μου ζητούσαν κάτι. Οι όσιοι κι οι δίκαιοι στέκονταν πιο ψηλά από τους άλλους. Μπορώ να πω πώς έπιαναν όλο το μέρος τ' ουρανού. Εκεί στέκονταν κι οι μοναστές πατέρες και πιο ψηλά ακόμα, σε σειρές επίσης, ήταν οι μάρτυρες, άντρες και γυναίκες. Ακόμα ψηλότερα βρίσκονταν οι ιερομάρτυρες, οι ιεράρχες, οι απόστολοι κι οι προφήτες... Στην απώτατη κορυφή ήταν μια πύρινη, αιθέρια, φωτεινή κι απαλή φλόγα, πού τραβούσε την προσοχή όλων. Ένας από τους οσίους ρώτησε: «Λοιπόν, είναι απαραίτητο να πάρουμε μαζί μας τον ιερομόνα­χο Γαβριήλ;» Μετά ακούστηκε μια φωνή από τη σειρά των Ιεραρχών, ή φωνή του αγίου Τύχωνα του Ζαντόνσκ. Τον είδα μάλιστα κι άκουσα τη φωνή του καθαρά να λέει: «Όχι, είναι νωρίς ακόμα. Υποσχέθηκε να προσευχηθεί για τους κεκοιμημένους. Ας τον να προσευχηθεί». Λυπόμουν να εγκαταλείψω αυτό το μεγάλο πλήθος των αγίων, αισθανόμουν όμως ανάξιος να είμαι μαζί τους. Αναγνώρισα πολλούς άπ' αυτούς πού είχαν αναπαυτεί, ακόμα και συγγενείς μου πού είχαν πεθάνει από καιρό και πού τους είχα σχεδόν ξεχάσει. Μετά από το όραμα αυτό έγραψα όλα τα ονόματα τους και προσευχόμουν γι' αυτούς, Όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου. Μετά, κατά το βράδυ, στο ηλιοβασίλεμα, ενώ έβλεπα την πόρτα του χώλ, είδα ένα γέροντα με σχήμα κι από πάνω του, σα για να τον προστα­τέψει, είχε ένα σάβανο. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο Ιερομόναχος Σάββας της Οπτινα, Το πρόσωπο του ήταν λυπημένο, σα να τον είχαν αδικήσει. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πώς είχα ξεχά­σει να γράψω τ' όνομά του στα δίπτυχα μου. Ήταν τρομερό να δω μπροστά μου κάποιον πού είχε κοιμηθεί. Αμέσως τότε προσευχήθηκα: «Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου Σου Σάββα ιερομόναχου, και κατάταξον αυτόν μετά των αγίων Σου». Αμέσως μου έκανε μια υπόκλιση και χάθηκε σαν σύννεφο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου