Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΤΙ;



ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΤΙ;
ΚΥΡΙΑΚΗ, αγαπητοί μου, σήμερα· ημέρα αφιερωμένη στο Θεό. Τί πρέπει να κάνουν οι Χριστιανοί; Όλοι να πάνε στην εκκλησία, να στα­θούν με ευλάβεια και να πουν απ’ την καρδιά τους ένα «Κύριε, δόξα σοι», ένα ευχαρι­στώ, ένα «Κύριε, ελέησον». Όσοι ερ­χόμεθα

στην εκκλη­σία, η σκέψη μας να ’νε στο Θεό. «Άνω σχώμεν τας καρδί­ας» (θ. Λειτ.). Να είμεθα στο ναό όχι μόνο σωμα­τικώς αλλά και πνευ­ματι­κώς. Η ψυχή – το πνεύμα έχει την αξία. Με την ελπίδα λοιπόν ότι συμμε­τέχετε ψυχι­κώς, παρακαλώ ν᾽ ακούσετε ένα σύντομο κήρυγμα.

* * *
Το ευαγγέλιο σήμερα απαντά σ᾽ ένα μεγάλο ερώτημα. Ποιό ερώτημα; Μια μέρα θα πεθάνουμε, οπωσδήποτε· δε γλυτώνει κανείς. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9,27). Τι γί­νεται λοιπόν ο άνθρωπος μετά θάνατον; Ιλιγγι­ώδες το ερώτημα. Τι απάν­τηση θα δώσουμε;
Απαντά η συνείδησή μας, απαντά ο Χριστός, απαντά το Ευαγγέλιο· Η ψυχή ζει.
Οι υλισταί και άπιστοι κοροϊδεύουν και εμ­παίζουν. Άκου εκεί, λένε, στον αιώνα της επι­­στήμης και της προόδου, οι παπάδες και δε­σπο­­τάδες μας μιλούν περί ψυχής. Ποια ψυχή; Τι είναι ο άνθρωπος; Είναι σαν το ζώο. Όπως ψο­φάει η γάτα και ο σκύλος, έτσι κι αυτός…
Έτσι λένε αυτοί. Σφάλλουν όμως. Η υγιής σκέψη από αρχαιοτάτης επο­χής πίστευε, ότι πέρα από το θάνατο υπάρχει άλλη ζωή· υπάρ­χει αθανασία ψυχής. Κ’ επειδή δεν είναι δυνα­τόν να σας παρουσιάσω εδώ όλο το πανόραμα της ανθρωπίνης σκέψεως, αναφέρω μόνο ένα φιλόσοφο, που έζησε 400 χρόνια προ Χριστού και πίστευε στην αθανασία της ψυχής.
Είναι ο Σωκράτης. Ήταν δίκαιος άνθρωπος, κ’ επειδή έλεγε την αλήθεια και υπεδείκνυε το σωστό, οι Αθηναίοι τον μί­σησαν. Τον διέβα­λαν, τον πήγαν στο δικαστήριο και τον δίκασαν. Σε όλη τη δίκη ήταν γαλήνιος. Όταν άκουσε την απόφαση, ότι καταδικάζεται εις θά­νατον, δεν ταράχτηκε. Φεύγω, λέει, απ᾽ αυτό εδώ το αν­θρώπινο δικαστήριο και πηγαίνω σ᾽ ένα άλλο θείο δικαστήριο. Εκεί δεν δικάζουν άδικοι κριταί. Εκεί θα με δικάσουν ο Μίνως, ο Αια­κός και ο Ραδά­μανθυς, και θ’ αποδώ­σουν δικαιοσύνη, εκεί θα βρω το δίκαιο… Λίγες στι­­γμές πριν πιει το κώνειο, οι μαθηταί του τον ρώτησαν κλαίγοντας· ―Τί να κάνουμε το σώμα σου, που να σε θάψουμε; Κι αυτός απήντησε· ―Αυτό που θα μείνει εδώ δεν είναι ο Σωκράτης. Ο Σω­κράτης πετάει ψηλά. Όπως ο αετός ανεβαίνει στα ύψη, έτσι και η ψυχή μου. Πηγαί­νω εκεί που δε μπορείτε να με βρείτε πλέον.
Αυτά είπε. Αλλ’ αυτά που είπε ο Σωκράτης και ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης και άλλοι σοφοί περί αθανασίας της ψυχής, είναι απλώς ένα αμυδρό φως, ένα κεράκι μέσ᾽ στο σκοτάδι του αρχαίου κόσμου. Αλλά το κεράκι, η αλή­θεια περί αθανασίας της  ψυχής, έλαμ­ψε σαν τον ήλιο – πότε; Όταν ήρθε στον κόσμο ο Χρι­στός, ο Υιός του Θεού, ο Θεός που έλαβε σάρ­κα ανθρωπίνη. Τότε ακούστηκαν λόγια, που δεν υπάρχει ζυγαριά να τα ζυγίσουμε. Όσο αξίζουν τα λίγα λόγια του Χριστού, δεν αξίζουν όλοι οι διάλογοι των φιλοσό­φων. Ο Χριστός είπε· «Τι ωφελήσει άνθρω­πον εάν κερδήσει τον κόσμον όλον, και ζημι­ωθεί την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μάρκ. 8,36-37). Κηρύττει ο Χριστός την αθανασία της ψυχής. Το σώμα, φθείρεται, καταστρέφεται, αλλά η ψυχή μένει αιωνία.
Αυτά είπε ο Χριστός για την αξία της ψυ­χής. Και σήμερα στο ευαγγέλιο απαντά στο ερώτη­μα, τι γίνεται ο άνθρωπος μετά θάνατον; που πηγαίνει; Απαντά απείρως πιο καθα­ρά απ᾽ ό,τι ο Σωκράτης και λέει την παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου.
* * *
Ήταν, λέει, ένας πλούσιος. Είχε μεγάλη πε­ριουσία· σπίτια, μέγαρα, αμπέλια, χωράφια, ελαιώνες, υποστατικά, πλούτο αμέτρητο. Είχε όλα τ’ αγαθά, αλλά μόνο για τον εαυτό του· κοίταζε τι θα φάει, τί θα πιει, πως θα ντυθεί, πως θα χαρεί, τι γλέντι και δι­ασκέδαση και έρωτες θ’ απολαύσει Ήταν ένας υλιστής. Σύνθημα είχε «Φάγωμεν και πίωμεν, αύρι­ον γαρ αποθνήσκομεν» (Ησ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Όλα για τον εαυτό του, τίποτα για τον άλλο. Να η αμαρ­τία η μεγάλη, το «Εγώ» του ανθρώπου. Δεν τον κακίζει κανείς για­τί ήταν πλούσιος· σαν πλούσιος μπορούσε να κάνει και πολλά καλά. Κακίζεται για την ασπλα­χνία του. «Τον άσπλαχνο με τους αθέους θα κατακρίνει ο Θεός». Μόνο το εγώ του ήξερε.
Στην αυλή του ζούσε ένα ράκος ανθρώπινης δυστυχίας, ο Λάζαρος. Ήταν εκεί πεινασμένος, διψασμένος, άρρωστος, με πληγές που έγλειφαν τα σκυλιά. Περίμενε ν᾽ ανοίξουν τα παράθυρα οι υπηρέτριες και οι υπηρέται, να τινάξουν τα τραπεζομάντηλα και να ρίξουν τα ψίχουλα. Με τα ψίχουλα ζούσε.
Είδα εγώ στην Κοζάνη κάτι παρόμοιο. Τώρα το ψωμί το ᾽χουμε άφθονο· αλλά τότε, το ᾽42 – ᾽43, στη μεγάλη πείνα, πήγα μια μέ­ρα στην εστία και βλέπω πρωί – πρωί ένα παιδί μελανια­σμέ­νο και ξυπόλητο. Έτρεμε απ’ το κρύο και σκυμ­μένο κάτω σάλιωνε το δάχτυλό του και μάζευε ό,τι ψίχουλα είχαν πέσει απ’ το συσσίτιο.
Έτσι έκανε και ο Λάζαρος. Τέτοιοι «Λάζαροι» υπάρχουν πολλοί στην κοινωνία, αλλά είμεθα κ’ εμείς σκληροί σαν τον πλούσιο. Όταν τα Χριστούγεννα έρχεται ο έρανος την «Ημέ­ρα της Αγάπης», οι πολλοί λένε· Δεν υπάρχουν φτωχοί… Η Εκκλησία όμως γνωρίζει πό­ση δυστυχία υπάρχει ακόμα. Όποιος αμφιβάλ­λει, ας έρθει να του δείξω τα σπίτια που ζουν οι «Λάζαροι». Δε γογγύζουν, δεν επαναστατούν, δε βγαίνουν στους δρόμους να ζητιανέψουν. Υπάρχουν. Τους ξέρει η Εκκλησία.
Τί θα πει Λάζαρος; Είναι εβραϊκή λέξη και έχει σημασία. Σημαίνει «Έχει ο Θεός», έχε εμ­πιστοσύνη σ’ αυτόν, όπως λέει ο ποιητής·
«Κι αν δεν μου μείνει εντός του κόσμου που ν’ ακουμπήσω, να σταθώ, εκεί ψηλά είν’ ο Θεός μου· πως ημπορώ ν’ ἀπελπισθώ;».
Υπάρχει ο Θεός. Αν το πιστεύεις, είσαι Χριστι­­ανός· αν δεν το πιστεύεις, δεν είσαι τίποτα.
Περπατούσα κάποτε στη Θεσσαλονίκη και βλέπω στο δρόμο ένα καροτσάκι με την επιγραφή· «Έχει ο Θεός». Το κινού­σε ένας που που­λούσε πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια. Τον πλη­σίασα και μου ᾽πε την ιστορία του. Ή­ταν Πόν­τιος πρόσφυγας, πατέρας με επτά παι­διά. Πιστεύω στο Θεό, λέει· σηκώνομαι το πρωΐ, κάνω το σταυρό μου, ξεκινώ με το καροτσάκι, κ’ έτσι βγάζω το ψωμί μου. Νά ένας ακόμη Λάζαρος.
Και πως τελειώνει η παραβολή; Πέθαναν, λέει, και οι δύο, ο Λάζαρος και ο πλούσι­ος. Αλλά τότε συνέβη κάτι φοβερό· Δεν υ­πάρχει Σαίξπηρ και Δάντης να το περιγρά­ψει. Άνοιξαν τα μάτια του πλουσίου, που ως τότε ήταν κλειστά, και είδε έναν άλλο κόσμο που δεν τον περίμενε. Βρέθηκε στην κόλαση και εκαίε­το. Και απέναντι, σε μακρινή απόσταση, μέσα στον παράδεισο, είδε το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ τον ελεήμονα. Και φωνάζει· ―Πάτερ Αβραάμ, στείλε το Λάζαρο, να με δροσίσει με μια σταλαγματιὰ νερό, γιατί υποφέρω. Ο Αβρα­άμ του λέει· ―Αυτό είναι αδύνατον· μας χωρί­ζει «χάσμα μέγα» (Λουκ. 16,26). ―Σε παρακαλώ, στείλε τον τουλάχιστον στη γη. Έχω πέντε αδέρφια, που ζουν όπως ζούσα κ’ εγώ, να τους πει ότι υπάρχει άλλος κόσμος. ―Έχουν το Μω­ϋσή και τας Γραφάς, ας τους ακούσουν. ―Όχι, κύριε, λέει· αν κάποιος αναστηθεί απ’ τους νεκρούς θα πιστέψουν. Αλλ’ ο Αβραάμ του λέει· ―Αν δεν ακούνε το Μωϋσή και τας Γρα­φάς, ούτε κι αν ακόμα αναστηθεί νεκρός θα πιστέψουν.
* * *
Ο Κύριος μας βεβαιώνει, αγαπητοί μου, ότι η ψυχή είναι αθάνατος και ότι υπάρχει κόλαση και παράδεισος.
―Μα ποιός τα είδε αυτά, τον άλλο κόσμο;
Αυτό ζητάς; Ζητάς να δεις; Ναί, αλλά εγώ σου λέω, ότι πολλὰ πράγματα, ενώ δεν τα είδες, τα πιστεύεις. Ποιός από μας λ.χ. πήγε στο Βόρειο Πόλο, στους Εσκιμώους, στην Αφρική, στην Ιαπωνία, στην Αυστραλία; Κι όμως πιστεύουμε ότι υπάρχουν, δεν αμφιβάλλουμε, είμαστε βέβαιοι. Διότι τα είδε κάποιος δικός μας και μας βεβαιώνει. Και για τη μετά θάνατον ζωή λοιπόν βεβαιώνει ο Χριστός.
Ναί, αυτή είναι η πίστις μας. Το πιστεύεις; είσαι Χριστιανός. Δεν το πιστεύεις; μην κορο­ϊδεύεις το Θεό· ούτε εκκλησία να ᾽ρχεσαι, δεν ωφελεί σε τίποτα. Η εκκλησία είναι για τους πι­στούς. «Μετὰ φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» (θ. Λειτ). Πιστεύεις; Έλα. Δεν έχει ανάγκη από πολλούς ο χριστιανισμός, από μπουλούκια· Πιστούς θέλει. Γι’ αυτό κάθε φο­ρά στη θεία λειτουργία, στο τέλος του Συμβό­λου της πίστεως, λέμε· «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος· αμήν».
Αυτή είναι η Πίστις μας. Αυτά διδάσκει σήμερα το Ευαγγέλιο. Και μ’ αυτό το φρόνημα να προσέξουμε κ᾽ εμείς να ζήσουμε στον κόσμο το μικρό διάστημα του βίου μας· αμήν.
† επίσκοπος Αυγουστίνος
(Στον ιερό ναό Αγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 5-11-1989)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου