Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ



Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου (η του «Σωτήρας» και κατά την τουρκοκρατία «Σφιγμένου» και «Σιμένου») κείται στην ανατολική πλευρά της Χερσονήσου, κοντά στη Χιλιανδαρίου, σε ομαλό παραθαλάσσιο πεδίο, λίγα μέτρα από τη θαλάσσια κρηπίδα, σε σημείο που τα προσθαλάσσια θεμέλιά της να βρέχονται από το κύμα, και σταγόνες θάλασσας, με τον μπάτη, να φτάνουν μέχρι ψηλά.
Όμως η Μονή με παραταγμένα τα τετραγωνισμένα κτίσματά της, που στις συμπαγείς εξωτερικές επιφάνειές τους, μικρά παράθυρα, σα φεγγίτες, δίνουν σ' αυτά (τουλάχιστο στα παλιότερα) φρουριακή όψη, διατηρεί περιβάλλον εύκρατο και ησυχαστικό. Οι κεραμιδοσκέπαστες στέγες των κτισμάτων δεν κάνουν μόνο ανάλαφρα τα κτίσματα, αλλά προσθέτουν, με το κόκκινο χρώμα τους, και μία νότα επισημότητας. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η μεγάλη αυλή της προσφέρεται για την καλλιέργεια πολλών ευαίσθητων δέντρων και λουλουδιών. Ανάμεσά τους, η ευλογημένη πηγή ακατάπαυστα παρηγορεί με το ρωμαλέο ρόχθο των αναβρυζόντων από τα έγκατα της γης υδάτων. Εδώ, στην περιοχή της, τοποθετείται η Ολοφυξος. Μια σαρκοφάγος, που έφερε τις σωρούς δύο «γυμνασιαρχών» της ρωμαϊκής εποχής, είναι μία επιβεβαίωση. Και παντού στην περιοχή προς Χιλιανδαρίου και Σαμάρεια και Καλαμίτσι θεωρούνται ερείπια ειδωλολατρικών και πρωτοχριστιανικών ερειπίων, αλλά και σπήλαια και ασκητήρια, όπου ασκήτεψαν δυνατοί ασκητές, ισάξιοι των μεγάλων Αγίων Αντωνίου, Ονουφρίου, Μάρκου κ.α.
Η θεμελίωση της Μονής σε τόπο παραθαλάσσιο, πείθει ότι αυτή είναι από τις αρχαιότερες, τότε που τα παράλια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας διατηρούνταν οπωσούν ανέπαφα πειρατικών αλώσεων. Πάντως η αρχαιότερη μνεία της Μονής ανάγεται στο έτος 1001, στο εγκλητικό γράμμα Παύλου Ξηροποταμίτη, όπου περιέχεται και η υπογραφή του ηγουμένου της Μονής Θεοκτίστου. Του Θεοκτίστου η υπογραφή συναντάται και σε κατοπινά έγγραφα: «Θεοκτιστός μοναχός μονής Εσφαγμένου». Μόνιμα η Μονή αναφέρεται ως «Εσφαγμένου», σε έγγραφά του 1001, 1015, 1024, 1030, 1034. Ως Εσφιγμένου αναφέρεται για πρώτη φορά το 1045, στο Β  Τυπικό. Και φαίνεται πως το 1045 είναι το έτος κατά το οποίο η Μονή εγκαινιάζει το νέο παραλλαγμένο όνομα. Λοιπόν συμπεραίνεται πως η ονομασία, που δόθηκε στη Μονή, σχετίζεται με κάποια πειρατική σφαγή. Πολλές ερμηνείες που δόθηκαν για την ονομασία της Μονής εκ των υστέρων, λίγο βοηθούν στη γνώση του έτυμου της λέξης αυτής.
Η πορεία της Μονής που δεν είναι καθόλου αμέριμνη ανακόπτεται από μία πυρκαγιά το 1491. Αλλά και οι πειρατικές επιθέσεις που συχνά πλήττουν τη Μονή, θα ενεργούν ανασταλτικά στην πρόοδό της: «η μονή αύτη πολλά πάσχει από των θαλαττίων» αναφέρει ο Ιωάννης Απρηνός. Από ενθυμήσεις της εποχής γίνεται γνωστό πόσες δηώσεις υπέστη, με συνέπεια κάθε φορά να ερημώνεται. Λοιπόν χειρόγραφό της Μονής 296 (στο τέλος) δίνει πανοραμικά τις ερημώσεις που αυτή γνώρισε: «... τρεις φορές εκουρσεύθη η βασιλική μονή του Εσφιγμένου. Η πρώτη εις τους ,ςτπά'  (873) χρόνους, η δευτέρα εις τους ,ςφνέ'  (1047) και η τρίτη, η τελεία ερήμωσις, έγινεν εις του ,ζμβ'  (1534) υπό των αθέων αγαρηνών». Σ' άλλο χειρόγραφό της Μονής, το 4 (φ. 441β) αναφέρεται η τελευταία δήωση με τργικές λεπτομέρειες: «Έτους ,ζμβ'  (1534) έγινεν η άλωσις του Εσφιγμένου υπό των αθέων Αγαρηνών εν μηνί Ιουνίω κζ'  και λαφυραγωγήσαντες τα της μονής άπαντα και την εκκλησίαν αφανίσαντες και τας αγίας εικόνας εις λεπτάς σχίσαντες κατέκαυσαν και το κάτω μέρος του αιγιαλού εμπρήσαντες τελείως κατέκαυσαν τα κελλία και λαβόντες τας πύλας του κάστρου και του πύργου και επτά αιχμαλώτους υπό των μοναχών, ανεχώρησαν όθεν ήλθον. Και ούτως εγένετο η ερήμωσις της μονής, οις οίδε κρίμασιν ο πάντα κυβερνών και διεξάγων Θεός». Ένα χρόνο νωρίτερα συνέβη πάλι το ίδιο: «Επί έτους του τρέχοντος ,ζμά'  (1533) ινδικτιών ς'  εγένετο άλωσις του μοναστηρίου του Εσφιγμένου μηνός Ιουνίου εις τας κς'  ημέρα ε' , του οσίου πατρός Δαβίδ του εν Θεσσαλονίκη. Έτι και εις δέκα ημέρας αύθις ανηλώθη δεύτερον παρά τοις Άγαρ απογόνοις, τους μιαρούς και αντιχρίστους. Έλαβον άπαντα και το μοναστήριον ενέπρησαν συν τα πλοία και εννέα μοναχούς απήγαγον εις αιχμαλωσίαν...». Των δηώσεων αυτών είχε προηγηθεί άλλη τρομακτικότερη, κατά τη δεκαετία του 1460. Έτσι η Μονή κατά το 1469 αναγκάζεται να πουλήσει το κτήμα της, στον Προβλάκα, στην κυρά Μάρω, τη χήρα του σουλτάνου Μουράτ Β , έναντί του ποσού των 30.000 άσπρων. Το ποσό διέθεσε η Μονή για την ανασυγκρότησή της. Έτσι η αδελφότητα της πολυπλαγτης Μονής πορεύεται την οδό της σωτηρίας παρόλα τα πλήγματα.
Αλλά η ιστορία της Μονής δεν παρουσιάζει μόνο δυσάρεστες στιγμές. Το ενδιαφέρον πρώτα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και οι δωρεές τους υπέρ της Μονής, είναι μία σημαντική παράκληση. Έτσι χρυσοβουλλος λόγος του Μιχαήλ Η  Παλαιολόγου, που επικυρώνει τις κτήσεις της Μονής, δείχνει πως έχουν προηγηθεί πολλές γενναιόδωρες δωρεές προς την Εσφιγμένου. Λοιπόν αναφέρονται κτήματα στον Προβλάκα, το Σκουταρά, το Κρόσουβο, τα Βραστά, στη Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την Πορταρέα. Άλλη ευλογία για τη Μονή ήταν ο Άγιος Αθανάσιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1289-93 και 1304-10) που αποσύρεται εδώ από το 1310 και γίνεται ο πρώτος διδάχος του ησυχασμού σε όλους τους μεταγενέστερους θεωρητικούς. Για τον Εσφιγμενίτη πατριάρχη μιλούν οι σύγχρονοί του με πολύ σεβασμό: «Αθανάσιος ασκητικός και εν μονοτρόποις θύτης, γεννάδας ανήρ καρτερικός προς πόνους...». «... ο πολύς τους υπέρ της αληθείας και των ορθών δογμάτων αγώνας, πολύς και την ένστασιν και την καρτερίαν και μηδέν της ομολογίας καθυφείς μηδέ καθυπείξας και υπενδούς».
Για ένα μικρό διάστημα, κατά το 1335-36 τοποθετείται εδώ ηγούμενος ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, που όμως οι προσπάθειές του για την πρόοδο του κοινοβίου και των 200 μοναχών του, εκεί που άρχισαν να δίνουν καρπούς, ανακόπτονται από την κλήση του Παλαμά να υπηρετήσει στις προφυλακές της Ορθοδοξίας. Τρία - τέσσερα θαύματα του Πατέρα άφησαν τη σφραγίδα της παρουσίας του. Το νερό της πηγής, που αυτός κάλεσε, δροσίζει τη Μονή μέχρι σήμερα. Τόση ήταν η ακτινοβολία της αρετής του, ώστε μετά την παραίτησή του πολλοί μοναχοί «ουδέ παροικείν την μονήν εκείνην (Εσφιγμένου) έτι το παράπαν ηξίουν».
Η Μονή, πάντως, θάλεγε κανείς, βρίσκεται σε κατάσταση κυκλοθυμική: τη δόξα διαδέχεται η αδοξία και τη χαρά η λύπη. Θα περάσουν χρόνια που αυτή θα διατελεί στην αφάνεια φυτοζωώντας. Γι' αυτό, το 1661 η Μονή, δεν βρίσκεται ικανή να αγοράσει από το Πρωτάτο παρά μόνο ένα κελλί, εκείνο των Αγίων Αναργύρων.
Στον αιώνα της ανασυγκρότησης, το 18ο, η Μονή αρχίζει τη μακρόπνοη αναδιοργάνωση. Ψυχή της όλης ανασυγκρότησης είναι ο Μελενίκου Γρηγόριος, που το 1705 εγκαταλείπει τη μητρόπολή του Μελένικον και εγκαθίσταται στη Μονή παρέχοντας ουσιαστική αρωγή. Πρώτο έργο του μητροπολίτη είναι η διεκδίκηση των μετοχίων της από τους μπέηδες. Μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη και με παραστάσεις στο σουλτάνο Αχμέτ Γ  (1703-30) κατορθώνει να κερδίσει τα μετόχια από τους σφετεριστές. Στη συνέχεια ο ίδιος, με συνδρομές που συγκέντρωσε, αναλαμβάνει να εξοφλήσει τα χρέη της Μονής, που εβραίοι τοκογλύφοι την είχαν βουτηγμένη. Από δω και πέρα ο Γρηγόριος, μαζί με τους μοναχούς της Μονής θα εξαντλήσει το χρόνο στην κτιριακή ανασυγκρότηση. Πλην ο μεγάλος ευεργέτης της Μονής Γρηγόριος, που κείρεται μοναχός Γεράσιμος, πεθαίνει και θάβεται στη Μονή το 1728, εγκαταλείποντας μία Μονή ευημερούσα για αρκετά χρόνια.
Και ακολουθούν πάλι τα χρόνια των ισχνών αγελάδων: βαριές φορολογίες με συνεπομένη τη χρεωκοπία και κατάλυση του κοινοβιακού θεσμού. Και πάλι η Μονή δέχεται έξωθεν τη σωτηρία: ένας άλλος μητροπολίτης, ο Θεσσαλονίκης Δανιήλ εγκαταλείπει τη μητρόπολή του και έρχεται στη Μονή. Ο Δανιήλ ρίχνει το βάρος στις πνευματικές αξίες. Λοιπόν την επαναφέρει στο κοινοβιακό σύστημα με πρώτο ηγούμενο τον Ακάκιο. Το πατριαρχικό σιγίλλιο εκδίδεται στις 28-5-1797. τον Ακάκιο διαδέχεται τον επόμενο χρόνο ο Ευθύμιος Αγιαννίτης, κι αυτόν ο λόγιος αρχιμανδρίτης Θεοδώρητος Λαυριώτης από τα Γιάννενα (1804-14). Ο Θεοδώρητος θέτει τις βάσεις ενός κοινοβίου με άριστη λειτουργία. Παράλληλα ανορθώνει νέα κτίρια και θέτει τα θεμέλια του καθολικού το 1806, με ουσιαστική προσφορά του Κασσανδρείας Ιγνατίου. Τα εγκαίνια του καθολικού γίνονται με μεγαλοπρέπεια το 1811 από τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο τον Ε  κατὰ την πανήγυρη της Μονής. Σύγχρονες είναι και οι τοιχογραφίες του καθολικού. Φυσικά όλο το έργο έγινε εφικτό χάρη στις δύο θυγατρικές μονές του Βορρά. Οι δύο μονές ήταν: «Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου» στην Τζοκανέστι (δωρεά του μεγάλου βόρνικου Μολδαβίας Γαβριήλ Κωστάκι, 1682) και «Προφήτου Ηλία Φλωρέστι» στην επαρχία Βασλούι κοντά στο Ιάσιο (δωρεά του μητροπολίτη Ιασίου Βενιαμίν, και της οικογενείας των Κωστακέστιδων 1806). Αλλά και η συντεχνία των μπεζηρτζίδων (= έμποροι λίνου) δωρίζει τη μονή «Σωτήρος Χριστού» στην Πρίγκιπο (1782) και οι κάτοικοι της κοινότητας Καζαβίτι Θάσου δωρίζουν το μετόχι της Αγίας Κυριακής (1745). Κατά το ίδιο διάστημα της 10ετιας του Θεοδωρήτου εγείρεται και η τράπεζα σε σχήμα Γ (1810) και αγιογραφείται (1811). Μετά τον Θεοδώρητο ηγούμενος, μέχρι την κατάληψη, βρίσκεται ο Ευθύμιος.
Κατά τα χρόνια της κατάληψης της Μονής από τουρκικό στράτευμα (1821-32) η οσιότητα των κτισμάτων θα βεβηλωθεί, αφού θα μετατραπούν σε χώρους στρατωνισμού, μία και η Μονή βρισκόταν στο γεωγραφικό σημείο που συχνά ξεσπούσαν εξεγέρσεις. Η τράπεζα, ειδικά, θα μετατραπεί σε στρατώνα, με όλα τα συνακόλουθα βαρβαρότητας των ευγενών εισβολέων. Αμέσως μετά την αποχώρηση εκείνων η Μονή ανασυσταίνεται. Τότε επέσρεψε και ο φυγάδας μοναχός Ακάκιος φέροντας μαζί του και τα κειμήλια της Μονής που φύλαγε στην Ύδρα. Οι Υδραίοι, μάλιστα, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον υπέρ της Μονής. Γράφουν σε γράμμα τους (12 Ιανουαρίου 1822) ότι «... τόσον ο ηγούμενος των όσον και οι λοιποί πατέρες με πολλήν προθυμίαν φιλογενώς εδούλευσαν το Γένος και κάθε αρμαμέντο (= οπλισμένο πλοίο) ελληνικό εκεί έκαμε το κατάλυμα, και τέλος πολλά υπερμάχησαν με όλας των τας δυνάμεις δια την ελευθερίαν του Γένους, και εζημιώθησαν και εκατατρέχθησαν από τους εναντίους...». Την οιακοστρόφηση της διαλυμένης και αποδιοργανωμένης Μονής αναλαμβάνει ο αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Αγιαννίτης, του οποίου η ηγουμενία εκτείνεται από το 1832 μέχρι το 1871. Κατά την περίοδο αυτή ορθώνονται όλα τα βαριά και μεγαλόπρεπα κτίρια: η ανατολική και η μεσιμβρινή πλευρά, το κωδωνοστάσιο, τα παρεκκλήσια, ο εξωνάρθηκας του καθολικού και ο μεσημβρινός πυλώνας. Ο πυλώνας εκτείνεται 26 μέτρα ύψος και στις 4 προσόψεις του επάνω ορόφου υπάρχει μεγάλο ωρολόγιο. Στην ανασυγκρότηση βοήθησε επίσης και ο πατριάρχης Άνθιμος ς  ὁ Κουταλιανός, κουράς Εσφιγμένου. Ο διάδοχός του Αγαθαγγέλου αρχιμανδρίτης Λουκάς (1871-77), της σειράς των άξιων ηγουμένων της Μονής, ιδρύει την αγιογραφική σχολή στη Μονή. Τα έργα του, μέτριας τέχνης, κοσμούν διάφορα σημεία της Μονής. Όμως οι συνέπειες από την Επανάσταση θα ταλανίζουν τη Μονή για πολλά ακόμα χρόνια. Η ανατολή του 20ου αιώνα βρίσκει τη Μονή με ένα σταθερό χρέος που ξεπερνά τις 4.000 τούρκικες λίρες και που κατά το 1912 μειώνεται στις 1.800. Βλέποντας αυτήν ακριβώς την ανάγκη Ρώσοι πανσλαβιστές προσφέρουν 12.000 λίρες για την αγορά λωρίδας γης η οποία εκτεινόταν από τα Νέα Ρόδα μέχρι την Κουμίτσα. Την κρίσιμη εκείνη περίοδο, η προσφορά των πανσλαβιστών ήταν δελεαστική. Αλλά πριν η Μονή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εκθέτει στην Ελληνική κυβέρνηση το όλο πρόβλημα. Το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αποφασίζει να βοηθήσει τη Μονή με την αποστολή 600 λιρών, λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση και χάρη σε κείνη την αποστολή αποτρέπεται η πώληση της γης.
Με την ιστορία της Μονής έχει συνδεθεί και ο μέγας Ρώσος ασκητής Άγιος Αντώνιος (982-1067), ο ιδρυτής της ονομαστής ιερής Λαύρας των Σπηλαίων, στο Κίεβο. Αν και υπάρχουν αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες που μιλούν για τη φοίτηση του Οσίου στον Άθωνα, παρολ' αυτά δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να συνδέουν το όνομα του Αντωνίου με την Εσφιγμένου. Όμως πριν να ιδρύσει ο Πατέρας τη Λαύρα, σύμφωνα με μεταγενέστερες πληροφορίες έρχεται στη Μονή και κείρεται μοναχός από τον πρώτο ηγούμενο της Εσφιγμένου Θεοκτιστό, κατά το 1035, και στη συνέχεια αποσύρεται σ' ένα σπήλαιο του υψώματος Σαμάρεια δυτικά της Μονής, όπου ασκείται στις μεγάλες ησυχαστικές αρετές. Πλήρης αρετών και θεωριών μεταβαίνει στο Κίεβο, για να ιδρύσει επάνω σε αγιορείτικα τυπικά την ένδοξη Λαύρα του Κιέβου, που «έχει για βάση της την ευλογία του Αγίου Όρους». Αν και Ρώσοι ιστορικοί έχουν αμφισβητήσει την παραμονή του Οσίου στα όρια της Εσφιγμένου, αν και έχει γραφεί ότι «τίποτε δεν επιτρέπει να υποθέσουμε σχέσεις μεταξύ Αντωνίου και Εσφιγμένου», παρολ' αυτά, το «βάρος της αποδείξεως» εξακολουθεί να φέρεται από εκείνους που αμφισβητούν τη Σαμάρεια, δεδομένου ότι αυτοί δεν έχουν να προτείνουν άλλο τόπο, που να ασκήτεψε ο Άγιος Αντώνιος.
Η Μονή για λόγους κανονικούς έχει αποσχιστεί από την 20αδα των αγιορειτικών Μονών το 1974, και μέχρι σήμερα δεν κοινωνεί μ αὐτές. Το 1986 αριθμούσς 45 μοναχούς.
Το Καθολικό της Μονής Εσφιγμένου, που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της αυλής, είναι αφιερωμένο στην ανάληψη του Κυρίου. Θεμελιώθηκε από τον ηγούμενο της μονής Θεοδώρητο, το 1808 και εγκαινιάσθηκε από τον Πατριάρχη Γρηγόριο E' το 1811. Αντικατέστησε το παλιό Καθολικό που σχημάτιζε εκτός του ναού δύο νάρθηκες και εξωνάρθηκα με περιστύλιο. O ναός είναι ευρύχωρος, ανήκει στον αγιορείτικο τύπο και διαμορφώνεται από οκτώ τρούλους που υπερυψώνονται της στέγης του.
Τα μαρμάρινα τμήματα μεταφέρθηκαν από την Τήνο από την οποία καταγόταν και ο αρχιτέκτονας του Καθολικού, Παύλος. O κυρίως ναός ιστορήθηκε το 1818 από τους Γαλατσιάνους ζωγράφους Βενιαμίν, Ζαχαρία και Μακάριο. Ο νάρθηκας τοιχογραφήθηκε το 1841 από τους αδελφούς της μονής Ιωάσαφ, Νικηφόρο, Γεράσιμο και 'Ανθιμο. Το ξυλόγλυπτο κοιλόκυρτο τέμπλο του ναού είναι χαρακτηριστικής τέχνης και ομορφιάς. Κατασκευάστηκε το 1813 και αργότερα επιχρυσώθηκε. Φέρει πλούσια φυτική διακόσμηση κυρίως με σκηνές από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
Το καμπαναριό στεγάζεται στον τρίτο όροφο του πύργου κάτω από τον οποίο διανοίγεται η κύρια είσοδός της. Ο πύργος αυτός, που είναι στην νότια πτέρυγα της Μονής κατασκευάστηκε το 1851. Οι επιφάνειες της εισόδου καλύπτονται από μεγάλες ζωγραφικές παραστάσεις που έγιναν από αγιογράφους της μονής Εσφιγμένου την ίδια περίοδο.
H φιάλη της Μονής Εσφιγμένου βρίσκεται ανάμεσα στην κεντρική είσοδο και τη νοτιοανατολική γωνία του Καθολικού. Κατασκευάστηκε το 1815 από τον ηγούμενο της μονής Ευθύμιο και αντικατέστησε αρχαιότερη φιάλη που προερχόταν από την εποχή του Ιωάννου E' του Παλαιολόγου. Είναι οκτακιόνιος και έχει στα θωράκια της ανάγλυφες διακοσμητικές παραστάσεις.
H Μονή Εσφιγμένου διαθέτει συνολικά δέκα παρεκκλήσια στον περίβολο και στο Καθολικό. Σπουδαιότερα από τα παρεκκλήσια είναι των Εισοδίων της Θεοτόκου και των Αρχαγγέλων δεξιά και αριστερά της λιτής του Καθολικού που προστέθηκαν το 1845. 'Αλλα είναι του Αγίου Νείλου του Σοφού με αετόσχημο ξυλόγλυπτο τέμπλο, των Αγίων Αναργύρων, του Αγίου Ανθίμου, του Αγίου Γεωργίου, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης , Αγίου Νείλου του Μυροβλήτη και Ιωάννου του Ελεήμονος.
Το κοιμητήριο είναι δυτικά της μονής και κοντά σε διερχόμενο ξηροπόταμο. O κοιμητηριακός ναός είναι αφιερωμένο στη μνήμη Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το κτίσμα είναι τετράγωνο και μονοχώρο με κάλυψη υψηλού τρούλλου. Υφίσταται νωρίτερα από τα μέσα του 18ου αιώνα και πρόσφατα ανακαινίστηκε.
O αύλειος χώρος είναι περίπου ορθογώνιος, σχηματίζεται ευρύς και ελεύθερος προς το ανατολικό του τμήμα. H πρόσβαση σ'  αυτόν γίνεται από δύο εισόδους, τη βόρεια που είναι η παλαιότερη είσοδος της μονής και προστατεύεται με οχυρωματική διάταξη του πυλώνα της, και τη νότια που διανοίγεται επιβλητική, αποτελώντας σήμερα την κυρία είσοδο της μονής.
H Τράπεζα της Μονής Εσφιγμένου βρίσκεται απέναντί της πρόσοψης του Καθολικού. Έχει σχήμα ορθογώνιο και στεγάζεται σε ανεξάρτητο οικοδόμημα της αυλής. Είναι εξ ολοκλήρου τοιχογραφημένη. Κρυπτογραφική επιγραφή που έχει στο εσωτερικό της, χρονολογεί τις τοιχογραφίες στα 1810, χρόνο κατά τον οποίο ανακαινίσθηκε η Τράπεζα από τον ηγούμενο της Ευθύμιο. Φέρει ξύλινα τραπέζια και πάγκους ως εξοπλισμό της.
Το μαγειρείο βρίσκεται μαζί με τους βοηθητικούς του χώρους δίπλα από την Τράπεζα στη νότια πλευρά της.
Το δοχειό είναι στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο της βόρειας πτέρυγας. Το λαδαριό της βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία του ισογείου της ίδιας πτέρυγας.
O φούρνος στεγάζεται μαζί με το μαγειρείο δίπλα στην Τράπεζα σε ισόγειο κτίσμα.
Το κρασαριό καταλαμβάνει τους υπόγειους χώρους τις βορειοανατολικής γωνίας της μονής.
Οι πτέρυγες της Moνης Εσφιγμένου είναι κυρίως τετραώροφες. Η δόμησή τους χαρακτηρίζεται από τα σχετικά μικρά ανοίγματα προς τις εξωτερικές πλευρές και την έλλειψη εξωστών που οφείλεται σε λόγους προστασίας της Μονής.
Αντίθετα, στο εσωτερικό τους, οι τοξοστοιχίες σε συνδυασμό με ανοικτούς εξώστες αναστρέφουν την αυστηρή φρουριακή εντύπωση της μονής. Το παλαιότερο τμήμα είναι το δυτικό τμήμα της νότιας πτέρυγας της μονής.
Τα κελλιά των μοναχών της Moνης Εσφιγμένου είναι διασκορπισμένα σε όλες τις πτέρυγες της μονής. Είναι μονοχώρα και παρατάσσονται στις δύο πλευρές των αντίστοιχων κεντρικών διαδρόμων.
Το ηγουμενείο στεγάζονται στον τρίτο όροφο της ανατολικής πτέρυγας. Σε όμορο χώρο του στεγάζεται και το Συνοδικό της μονής.
Το αρχονταρίκι καταλαμβάνει τον δεύτερο και τρίτο όροφο της βόρειας πλευράς. Είναι σχετικά μικρό και αποτελείται από χώρο υποδοχής επισκεπτών, όπου εκτίθενται χειροτεχνήματα και άλλα μικροαντικείμενα.
H Μονή Εσφιγμένου περιλαμβάνει στις πτέρυγές της, που χαρακτηρίζονται από τους πλακόστρωτους και ξύλινους διαδρόμους, γηροκομείο, οδοντιατρείο, νοσοκομείο που βρίσκονται στον πρώτο όροφο της ανατολικής πτέρυγας, κηροπλαστείο, προσφοριό, ραφείο, τσαγκαράδικο, άλλους βοηθητικούς χώρους αποθήκευσης υλικών και τροφίμων και τέλος αγιογραφείο που βρίσκεται στο τρίτο όροφο της βορειοδυτικής γωνία της.
Το σκευοφυλάκιο στεγάζεται προσωρινά μαζί με τη βιβλιοθήκη των χειρογράφων, πάνω από το νάρθηκα του Καθολικού. Εδώ φυλάσσονται xρυσοκέντητα άμφια διαφόρων εποχών, σταυροί, Ευαγγέλια, διάφορα λειτουργικά σκεύη όπως αρτοφόρια, δισκοπότηρα και άλλα αντικείμενα. Επίσης είναι αναρτημένο μεγάλο τμήμα της σκηνής του Μεγάλου Ναπολέοντα, δώρο του Πατριάρχη Γρηγορίου E' καθώς και ιστορικό λάβαρο της εθνεγερσίας.
Το εικονοφυλάκιο στεγάζεται προσωρινά στην αίθουσα του Συνοδικού. Εδώ διατηρούνται φορητές εικόνες διαφόρων εποχών όπως εκείνες του Χρίστου και της Παναγίας βρεφοκρατούσα. Ξεχωρίζει επίσης τρίπτυχο με κεντρικό θέμα τονΑγιο Νικόλαο. Το σύνολο των εικόνων της μονής φυλάσσονται για λατρευτική χρήση στο Καθολικό της.
H βιβλιοθήκη της Μονής Εσφιγμένου βρίσκεται πάνω από το νάρθηκα του Καθολικού. Περιέχει 400 περίπου χειρόγραφα από τα οποία τα 75 είναι περγαμηνά καθώς και μερικά ειλητάρια.  Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι το μηνολόγιο, γραμμένο τον 11ο αιώνα, περιέχοντας 80 μικρογραφίες και 8 μεγάλες παραστάσεις από τη γέννηση του Χριστού. Του 11ου αιώνα επίσης είναι ένα ευαγγελιστάριο, που περιέχει εικόνες των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Επίσης μεταξύ άλλων το χρυσόβουλο της Μάρως του 1428 που απεικονίζει την σερβική οικογένεια του Ηγεμόνα Βράγκοβιτς.
Στο χώρο αυτό επίσης βρίσκονται και 2.000 έντυπα βιβλία.
H Μονή Εσφιγμένου περιβάλλεται από μία πλειάδα βοηθητικών κτισμάτων εν σειρά τα οποία κυρίως εκτείνονται Δυτικά της στη περιοχή του αρσανά κατά μήκος του παραθαλάσσιου πλακόστρωτου.
Δημιουργούν την εντύπωση μικρού οικιστικού συνόλου που ενώνει αρμονικά με την μονή και τον κήπο.
Περιλαμβάνει επίσης κηπόσπιτα, εργατόσπιτα, βουρδουναριό, ξυλουργείο, παλιό μύλο, και άλλα βοηθητικά κτίσματα που απλώνονται στη ευρύτερη περιοχή της.
Ο αρσανάς βρίσκεται ανατολικότερα του συγκροτήματος σε προστατευμένη θέση κοντά στην προβλήτα της. Στο ισόγειό του υπάρχει δίδυμος χώρος για φύλαξη των πλοιαρίων.
Υπάρχει και δεύτερος μικρότερος όμορος προς την μονή αρσανάς, που χρησιμοποιείται πλέον από τους μοναχούς, οι οποίοι ασχολούνται με τον κήπο της μονής. Η μονή Εσφιγμένου εξυπηρετείται κυρίως από τη θαλάσσια πρόσβαση με την οποία και γίνεται η διακίνηση επισκεπτών και εμπορευμάτων.
Η Μονή Εσφιγμένου διαθέτει για τις ανάγκες της ορισμένα εργατόσπιτα, όπως εκείνο που βρίσκεται βορειοτέρα του Κοιμητηρίου της, κοντά σε παλιό γραφικό πέτρινο γεφύρι, και το οποίο παλιότερα χρησιμοποιήθηκε και σαν κάθισμα της μονής.
H Μονή Εσφιγμένου περιβάλλεται από ομάδα πύργων, οι οποίοι είναι κατανεμημένοι σε επίκαιρες θέσεις και προβάλουν αισθητά του εξωτερικού περιβόλου της. Ορισμένοι από αυτούς, συνοδεύουν τη μονή από παλαιότερες οικοδομικές φάσεις και μεταγενέστερα επικαλύφθηκαν στην απόληξή τους. Οι νεότεροι είναι των μέσων του 19ου αιώνα, σύγχρονοι με την επέκταση της μονής προς ανατολάς. Χαρακτηριστικός για το μέγεθος και τη θέση που κατέχει είναι ο παραθαλάσσιος πύργος που απολήγει σε διπλή σειρά επάλξεων. Οι πύργοι αυτοί στην ιστορική διαδρομή της μονής αποτέλεσαν το κύριο προστατευτικό και αμυντικό τμήμα.
Η Μονή Εσφιγμένου διαθέτει δύο κελλιά και επτά καθίσματα.
Το ένα από τα κελλιά της είναι το αντιπροσωπείο της μονής.
Το Κελλί των Αγίων Αναργύρων βρίσκεται περίπου μισή ώρα βορείως των Καρυών. Είναι περισσότερο γνωστό ως Κελλί του Μπουραζέρη, το οποίο αγόρασε ο Ρώσος μοναχός Νεόφυτος Μπουραζέρης, προκειμένου να το μεταβάλει σε Σκήτη.
Σαν κελλί είναι από τα μεγαλύτερά του Αγίου Όρους. Είναι επανδρωμένο με ακμαία αδελφότητα αγιογράφων μοναχών.
Από τα επτά Καθίσματα της Μονής Εσφιγμένου, ξεχωρίζει του Αγίου Αντωνίου του Πετερέσκυ, ιδρυτή της Λαύρας του Κιέβου και θεμελιωτή του μοναχισμού στη Ρωσία. Βρίσκεται στη θέση Σαμάρεια δυτικά της μονής. Επίσης σε ύψωμα ανατολικά της Μονής Εσφιγμένου, βρίσκεται το Κάθισμα Ζωοδόχου Πηγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου