Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Νὰ γίνουν οἱ Γεωγραφίες, οἱ Ἱστορίες καὶ οἱ Γραμματικές, κηρύγματα λευτεριᾶς



Ο Φράγκοι μς ποδοπατον, τ σλμ ξανάρχεται γι ν μείνει στν πατρίδα, ο πολιτικο νάνοι κα ρλεκίνοι εναι νίκανοι ν σηκώσουν τ βάρος τς στορίας μας.
Θέλει χέρια γερ λληνισμός, τ παντοειδ νδρείκελα τ ‘χουν κατεβασμένα.


Δημήτρης Νατσις Δάσκαλος, Κιλκς

«Εμασταν σχολιαρούδια κα τόπος μας κόμα σκλαβωμένος στν Τουρκία. Κα Σχολάρχης μας, ξέχαστος κενος Σπύρος ναγνώστου. π τος δασκάλους το ποδουλωμένου Γένους, πο συντηροσαν μέσα στν καρδι τν παιδιν τν ερ φωτι τς Μεγάλης δέας, κα νιωθαν τούτη τν ποστολ σν τν πι σπουδαία τς καριέρας των τς παιδαγωγικς. φορμς γι τν θνικ διαπαιδαγώγηση το ‘διναν λα τ μαθήματα πο μς δίδασκε. Μς καμε Γεωγραφία το νησιο μας, κα σιγ-σιγ τ χέρι του περνοσε τ Αγαο, που τ νησι μας ταν κίτρινα πως λη Τουρκία κα κοντινή μας Μικρασία, κα φτανε στν λλάδα, τν λεύτερη τν λλάδα. Ατ ταν τριανταφυλλιά. να μικρ τριανταφυλλ σημάδι πάνω στ μεγάλο χάρτη τς Ερώπης. κε σταματοσε τ δάχτυλο το ναγνώστου, κίτρινο π τ διάκοπο κάπνισμα. Σταματοσε δισταχτικ κα καμε ργ-ργ τν περίπατό του γύρω στ σύνορα το λεύθερου κράτους. Τ σύνορα ταν κοντινά, περίπατος σύντομος.

Τότες ναγνώστου πήγαινε κα κλείδωνε π μέσα τν πόρτα τς τάξης, κα μες ναστενάζαμε μ γαλλίαση. Γι δύο λόγους. Πρτα γιατί θ ξεφεύγαμε π τ νιαρ μάθημα τς Γεωγραφίας, πο ταν μόνο νόματα κα ριθμοί, κα δεύτερο γιατί ξέραμε πς θ μς μιλοσε γι τν λλάδα κα γι τ Μεγάλη δέα. Ατς τς δύο λέξεις τς πρόφερνε πι σιγά, κα ατ μς κανε ν νιώθουμε τν ερότητα τς δέας σν μία θρησκευτικ ποκάλυψη, πο πρεπε ν τ φυλάξουμε στ δυτα τς ψυχς μας, κα ν τν προφυλάγουμε π τος καταχτητς σν να μυστικ θησαυρό, σν να βαρέλι μπαρούτι πο κάποτε μες θ τς νάβαμε τ φιτίλι».

(Στρατ Μυριβήλη, «π’ τν λλάδα», κδ. «ΕΣΤΙΑ», σελ. 11-12).

Τότε, ταν τ σλμ φάνιζε τ Γένος, μιλοσαν ο καρδιές, τώρα μιλον τ πουγκιά, τ χρήματα.

Τότε ο δάσκαλοι ριχναν προσανάμματα στς ψυχς τν μαθητν τους, συντηροσαν τν «ερ φωτι τς Μεγάλης δέας», τς λευθερίας, τώρα σβήνουν τς «φωτις τς πλάστρες». Τώρα «κάνουν δράσεις» γι τν ρατσισμ κα τν διαφορετικότητα.

Μεγάλη δέα τς παιδείας ποινικοποίηση τς φιλοπατρίας κα τς ρθόδοξης πίστης μας. (Γι τος νέους πουργος Φίλη καί… CIA, τί ν π; Κα σται σχάτη πλάνη χείρων τς πρώτης).

Τότε κλείδωναν τς τάξεις π μέσα, ο σπουδαοι κενοι δάσκαλοι, κα μεταμόρφωναν τς Γεωγραφίες, τς στορίες κα τς Γραμματικς σ κηρύγματα λευτερις. κλινε δάσκαλος τ βλοσυρ κα δύσπεπτα τριτόκλιτα «Θρξ-Θρακς» κα «Κρς-Κρητς» κα μ’ ατ φτιαχνε μπαρουτοβάρελα πο κάποτε «μες τ παιδι θ νάβαμε τ φιτίλι».

ν τώρα… Φέτος νέλαβα Ε’ δημοτικο. Πρτο κεφάλαιο στ βιβλίο τς Γλώσσας; να κείμενο γι τν πατρίδα σν ατ το Μυριβήλη; να ποίημα εωδιαστό το Σολωμο, το Δροσίνη, το Βρεττάκου, το Πολέμη; χι βέβαια. Δύο-τρες ντυπες ετέλειες, χαρες κα ψυχες φλυαρίες, οκολογικο περιεχομένου. Ζομε σ μία χώρα, «Πάσχα τν ματιν», δν πάρχει λογοτέχνης πο ν μν μαστόρεψε κείμενο γι ν ξυμνήσει τ κάλλος της κα τοτοι ο μαθέστατοι, ο θνοκτόνοι γέμισαν τ βιβλία μ ποκόμματα φημερίδων. (Μόνο π τίς… προοδευτικις(!!!) ΝΕΑ, ΒΗΜΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ).

χουμε χρέος, μες ο δάσκαλοι, σοι ντικρίζουμε μ «πόνο κα γάπη» τν καταβαράθρωση τς πατρίδας μας κα λπίζουμε στν Χριστό μας, ν κλειδώνουμε τν αθουσά μας κα ν διδάσκουμε κενο τ παλι μάθημα: τν πατριδογνωσία. σχάτη ρα στι. Ο Φράγκοι μς ποδοπατον, τ σλμ ξανάρχεται γι ν μείνει στν πατρίδα, ο πολιτικο νάνοι κα ρλεκίνοι εναι νίκανοι ν σηκώσουν τ βάρος τς στορίας μας. Θέλει χέρια γερ λληνισμός, τ παντοειδ νδρείκελα τ ‘χουν κατεβασμένα.

Ν κλείσω μ τν διήγηση γι μία λλη δασκάλα, ταν στέναζε κα μάτωνε λλάδα κάτω π τν ναζιστικ θηριωδία.

«…Τ Δεκέμβρη το 1943, ρχ νς κόμα χειμώνα πείνας κα παγωνις, χνισε κάτι ζεστ ξαφνικ στν αλ το σχολείου μας. ταν να μεγάλο καζάνι κα μέσα εχε συσσίτιο γι τ παιδιά. Γύρισα στ σπίτι περήφανη, κρατώντας μ προσοχ να τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δν τν τρωγες στ σχολεο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε μάνα μου. «ν σο χυνόταν στ δρόμο;» «Θ φτε λίγη σούπα κι σες, λλις δν τρώω καθόλου», δήλωσε ρθ κοφτά. «Τό διο κι γώ”, φώναξε Μάνος, δερφός μου. Κι τσι γινόταν π κείνη τ μέρα σ κάθε συσσίτιο πο κουβαλούσαμε ο δύο μας π τ σχολεο. σούπα ρχόταν τακτικά, πάντα δια, νοστη κα πηχτή.

σπου μία μέρα, μς μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στ γραμμ κα μς βαλαν στ τενεκεδάκια κάτι σ μέλι, λλ σκορο κοκκινωπό. “Γλυκόζη” τ επαν. Βουτοσαν τ παιδι τ δάχτυλο στ γλυκόζη, τ γλειφαν μ πόλαυση κα γελοσαν ετυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους. να μεσημέρι, γυρίζοντας δερφός μου π τ σχολεο, δν θελε ν βάλει μπουκι στ στόμα του οτε π τ σούπα οτε π τ γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, τοιμος ν βάλει τ κλάματα. «Τί συμβαίνει παιδί μου;” νησύχησε μαμά. κενος δν βγαζε λέξη. Κι σο δ μιλοσε, τόσο πέμενε μάνα μου ν μάθει, τόσο μεγάλωνε κα δική μας περιέργεια. Μ τ πολλά, ποφάσισε τελικ ν μιλήσει. Κι ατ πο μς επε γράφτηκε στ μνήμη μου νεξίτηλα.

Στν αλ γι τ συσσίτιο βρισκόταν μ τς τάξης του τ παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» κουσε ναν π τος συμμαθητς του- «πειραχτήρης» ταν τ παρατσούκλι του- ν ψιθυρίζει στν διπλανό, μόλις πρε τ γλυκόζη στ τενεκεδάκι του. λλος γνεψε «ναί». Τότε πειραχτήρης κάτι το επε στ’ ατί, κρυφογέλασαν ο δύο τους πονηρ κι ξαφανίστηκαν στν στιγμή. Σ λίγο χτύπησε τ κουδούνι ν μπονε στν τάξη. Πρτα μπαιναν τ κορίτσια. στερα τ’ γόρια. Τελευταία δασκάλα, πο κόντευε ν μν ξεχωρίζει π τ παιδιά, τσι πο εχε πομείνει πετσ κα κόκαλο. Καταλαβαίνεις πς ταν μεγάλη π τ μάτια της μόνο, πο τ σκοτείνιαζαν λόγυρα δύο μαροι κύκλοι. ταν μπαίνανε λοι στν τάξη, κλεισε τν πόρτα, μετροσε τ παιδι σειρ σειρά, λεγε «ντάξει, φρόνιμα τώρα, μν κούσω μιλι» κι ρχίζανε μέσως τ μάθημα. Τ «ντάξει, φρόνιμα τώρα, μν κούσω μιλι» τ φορ κείνη δν τ επε. Οτε ν τος μετρήσει τν εδανε. Κοντ στν πόρτα τς τάξης στεκόταν σκυφτή, σν ν ψαχούλευε κάτι. «Μά τί κάνει κυρία κε;» ρώτησε παρεξενεμένος Μάνος πο δν καλόβλεπε, γιατί τ περισσότερα παιδι ταν ρθια κόμα. «Πασαλείψαμε τ χερούλι μ γλυκόζη», χασκογέλασε π δίπλα πειραχτήρης, «γι ν κολλήσουν τ χέρια της ν γελάσουμε». Δ γελάσανε. Καθίσανε τελικ στ θρανία τους κα δ μιλοσε κανείς. Βλέπανε τ δασκάλα τος τώρα λοι βουβοί, σαστισμένοι. Εχε σκύψει κι γλειφε μ λαχτάρα μία τ χερούλι τς πόρτας, μία τν παλάμη της στερα γύρισε κα τος κοίταξε μ παράπονο. Στ μάγουλά της τρεχαν δάκρυα. «Μήν τ σπαταλτε τ γλυκόζη, χρυσά μου, γι τ’ νομα το Θεο!», επε ξέπνοα. «Σς τ δώσαμε λη, οτε μία σταγονίτσα δν κρατήσαμε μες ο δάσκαλοι, γι ν τ φτε ν δυναμώσετε σες τ παιδιά. Μν τ σπαταλτε, σς παρακαλ, εναι κρίμα! Εν’ μαρτία!». Τν πραν πάλι τ δάκρυα. Κι κλαιγε, κλαιγε

Μαζεύτηκαν λοι τριγύρω της. Μονάχα πειραχτήρης μεινε στ θρανίο του μ τ κεφάλι κατεβασμένο. Ο λλοι σπρώχνονταν ποις πρτα ν τν γκαλιάσει, ποις ν τς πρωτοπε «π τ δικό μου, π τ δικό, κυρία, ν πάρετε λίγο!».

Οτ’ να τενεκεδάκι δν γγιξε δασκάλα. Μόνο κλαιγε, κλαιγε».

(π τ βιβλίο τς Λότης Πέτροβιτς, « καιρς τς σοκολάτας»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου