Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Ἐλευθερία εἶναι ἡ μνήμη μας



Γράφει Δημ. Νατσις
Δάσκαλος –Κιλκς

«Μνήμη το λαο μου σ λένε Πίνδο κα σ λένε θω»
δ. λύτης «ξιόν στι»


. «Μνήμη εναι θαγένεια. Χωρς τν μνήμη δν πάρχει τίποτε. Κι ς λένε. Μόνον ταν θυμσαι, πάρχεις στ’ λήθεια. Κα μόνον ταν πάρχεις στ’ λήθεια, εσαι στ’ λήθεια λεύθερος. λευθερία μονάχη εναι μνήμη μας. Πάνω σ’ ατ σν σ τεντωμένο σχοιν σορροπομε κα πάρχουμε “να σημεο μοναχά, να σημεο”.
. Πέρα π’ ατν τν ναγκαστικ σχοινοβασία τς ποχς, δν εμαστε πιμες”. Εμαστε-χι ο λλοι. Ατ θ ταν τουλάχιστον μία εγενς ποδοχ ατοκτονίας -εμαστε ο “δθεν λλοι”. Σκιάχτρα ζως, τέρατα νοθείας, βάρβαροι χοι, βλάσφημα μέτρα, ,τι τ λλόκοτο, μάταιο κα κίβδηλο. Εμαστε ο πλεγματικοί, δυτικοειδες, νοχοι πίθηκοι τς Βαλκανικς τν τύψεων.
. Ξέρω. γάπη οτε πιβάλλεται οτε νομοθετεται. νοίγονται πάντως πρς ατν μονίμως δύο δρόμοι. δρόμος τς μαϊμος κα δρόμος τν δέντρων. μαϊμο μιμεται στς κατασκευές του τν ξυλουργ πο θαυμάζει. Δν κατασκευάζει μως τίποτα μαϊμο κι ς τ νομίζει. λλος δρόμος εναι διπλς κατευθύνσεως: “δς νω κα κάτω μία”. Πάει π’ τν γ στν οραν κι ντίστροφα. Γι ν πς στν ορανό, λέει, πρέπει ν ταπεινωθες, στν ποια γ σου πρτα. Ατ κάνουν τ δέντρα. Ατ πρέπει ν κάνουμε κι μες…». (Τ. Λιγνάδης, «Τ ξιόν στι το λύτη», θήνα 1971).
. ραία, ραιότατη παρομοίωση το είμνηστου, σπουδαίου Τάσου Λιγνάδη. Τ δέντρο γι ν τρανέψει, ν ψωθε στν ορανό, πρέπει ν πλώσει γερς ρίζες στ χμα του, στ γ πο φύτρωσε. Ατ ν κάνουμε κι μες, ς λας πρωτίστως. Ν γνωρίσουμε τ γενοτόπι μας, τ χμα τ λληνικό, ν ξαναβρομε τ μνήμη μας, δηλαδ τν θαγένειά μας. Μόνο τσι θ πμε στν ορανό, στ σπίτι μας. «Ο γρ χομεν δε μένουσαν πόλιν, λλ τν μέλλουσαν πιζητομεν».
. Κα τί καλοσυνάτη φράση: Μνήμη εναι θαγένεια. Τώρα ο «μύγες τς γορς» βγαλαν τν θαγένεια σν πραμάτεια σ καροτσάκι πλανόδιου μικροπωλητ. Τν θαγένεια τν πουλον κα τν γοράζουν. (Θυμήθηκα μία φράση π τ πομνημονεύματα το Φωτάκου: «Βουλευταί, κτελεσταί, πουλητα κα γορασταί»). Τν μνήμη μας, μως, δν μπορον ν τν πουλήσουν, δν πάρχει στ ράφια. Δν μπαίνει στ τραπέζι τν διαπραγματεύσεων. Τν χάνεις, δν ξεπουλιέται…
. «Μνήμη το λαο μου», εναι Κυρ-Πηνελόπη πο καρτεροσε τν βασιλιά της, συλημένη Καρυάτιδα, ο χαιρετισμο στ Ρόδον τ μάραντον, πανώρια Λυγερ πο τν σερνε πεθαμένος Κωνσταντής, τ στασίδι το Κανάρη. Μνήμη μας εναι πατέρας το Γρ. Αξεντίου πο ταν ο γγλοι το ζήτησαν ν ναγνωρίσει τν πυρπολημένο γιό του, επε: «Δν κλαίω πο σ’ χασα/πο σ εχε γι καμάρι/κλαίω πο δν χω λλο γι θέση σου ν πάρει».
. «λευθερία μοναχ εναι μνήμη μας. λλοίμονο, ν τν στερηθομε». Δεν είμαστε μακριά…Σάπισε τ κάποτε «λόδροσο δέντρο τς φυλς μας», πως τ νόμαζε Κόντογλου.
. Γονυπετες, ψωμοζητοντες, σερνόμαστε μες, «ο νοχοι πίθηκοι τς Βαλκανικς» σ συνέδρια νόμων, στν Καϊάφα τς Ερωπαϊκς νωσης. Χάσαμε τ μνήμη μας, χάσαμε τν λευθερία μας. Κα κλανε κα δύρονται, ν μείνουμε στν Ερώπη πο κοπροκρατε τ μέλλον μας. Στν Ερώπη, τν πόρνη Βαβυλώνα, πο μαγάρισε τν μνήμη μας κα ξεπουλ τν θαγένειά μας, τν στορία μας.
. «Πάψετε πι ν κπέμπετε τ σμα το κινδύνου /τος γόους τς στερικς σειρήνας σταματστε /κι φστε τ πηδάλιο στς τρικυμίας τ χέρια/ τ πι φρικτ ναυάγιο θ ταν ν σωθομε» (Κ. Οράνης, «Πάψετε πιά…»).
. μνήμη το λαο μας λέει Πίνδο κα λέει θω. γιοι κα ρωες μς δείχνουν στ σκοτειν τν δρόμο πρς τν λύτρωση. Κα τ δύο εναι ρη ψηλά. Θέλει κόπο κα θυσίες γι ν φτάσεις στς κορυφές τους…
. Ο Ερωπαοι χαγάνοι βυσσοδομον. Καλ ατοί, λλ ο δικοί μας καλύτερα ο δικοί τους δικοί μας; ς τ καταλάβουμε: «ε μ ταχέως πολλώμεθα, οκ ν σώθημεν». ν δν καταστραφομε, ν δν καταστρέψουμε τ τέρατα πο μς καταστρέφουν, δν θ σωθομε. λοι ο παλαιοκομματικο κοτζαμπάσηδες παλεύουν ν κρατηθον. «Εναι δεμένοι μεταξύ τους, πως εναι ο κάμπιες κολλημένες μία στν πισινό τς λλης» (Κόντογλου). νώθηκαν κα προσκυνον τ θηρίο τν Βρυξελλν. ποστηρίζω δ κα δεκαετίες τι Ε.Ε. εναι τάφος το Γένους μας. Μόνο ν παγκιστρωθομε π τν διεφθαρμένη πόρνη τς Δύσης, θ θεριέψει ποσταμένη λπίδα μας.
. Ξεκίνησα μ τ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» το λύτη. Ν κλείσω μ τν συγκλονιστικ διήγηση το ποιητ γι τ πς γεννήθηκε τ ποίημα. Θ καταλάβουμε μ ποιος συζητμε, τν «ερωπαϊκ οκογένεια» στν ποία νήκουμε, πως ατοϊκανοποιούμενοι κσφενδονίζουν ο «μενομευρωπαοι». Ν δομε πότε θ ξαναγίνουμε λληνες;
. «σο κι ν μπορε ν φανε παράξενο, τν ρχικ φορμ ν γράψω τ ποίημα μο τν δωσε διαμονή μου στν Ερώπη τ χρόνια του ’48 μ ’51.
. ταν τ φοβερ χρόνια που λα τ δειν μαζ -πόλεμος, κατοχή, κίνημα, μφύλιος- δν εχανε φήσει πέτρα πάνω στ πέτρα.
. Θυμμαι τν μέρα πο κατέβαινα ν μπ στ εροπλάνο, να τσορμο παιδι πο παίζανε σ να νοιχτ οκόπεδο. Τ ατοκίνητό μας ναγκάστηκε ν σταματήσει γι μία στιγμ κα
βάλθηκα ν τ παρατηρ. τανε κυριολεκτικ μς στ κουρέλια.
. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα μ γόνατα παραμορφωμένα, μ ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στς τσουκνίδες το οκοπέδου νάμεσα σ τρύπιες λεκάνες κα σωρος σκουπιδιν. Ατ ταν τελευταία εκόνα πο παιρνα π τν λλάδα.
. Κα ατή, σκεπτόμουν, ταν μοίρα το Γένους πο κολούθησε τ δρόμο τς ρετς κα πάλεψε αἰῶνες γι ν πάρξει. Πρν περάσουν 24 ρες περιδιάβαινα στ Οσ τς Λωζάννης, στ μικρ δάσος πλάι στ λίμνη. Κα ξαφνικ κουσα καλπασμος κα χαρούμενες φωνές.
. ταν τ λβετόπαιδα πο βγαιναν ν κάνουν τν καθημερινή τους ππασία. Ατ πο π πέντε γενες κα πλέον, δν ξεραν τί θ πε γώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σν πριγκηπόπουλα, μ συνοδος πο φοροσαν στολς μ χρυσ κουμπιά, περάσανε π μπροστά μου κα μ’ φησαν σ μία κατάσταση πο ξεπερνοσε τν γανάκτηση.
. τανε δέος μπροστ στν τρομακτικ ντίθεση, συντριβ μπροστ στν τόση δικία, μία διάθεση ν κλάψεις κα ν προσευχηθες περισσότερο, παρ ν διαμαρτυρηθες κα ν φωνάξεις.
. τανε δεύτερη φορ στ ζωή μου - πρώτη τανε στν λβανία- πο βγαινα π τ τομό μου, κα ασθανόμουν χι μόνο λληλέγγυος, λλ ταυτισμένος κυριολεκτικ μ τ φυλή μου.
. Κα τ σύμπλεγμα κατωτερότητας πο νιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στ Παρίσι. Δν εχε περάσει πολς καιρς π τ τέλος το πολέμου κα τ πράγματα ταν κόμη μουδιασμένα.
. μως τί πλοτος κα τί καλοπέραση μπροστ σέ μς!
. Κα τί μετρημένα δειν πιτέλους μπροστ στ τελείωτα τ δικά μας!
. Δυσαρεστημένοι κόμα ο Γάλλοι πο δν μποροσαν νά χουν κάθε μέρα τ μπιφτέκι κα τ φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετοσαν.
. πάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, μ κοιτάζανε βλοσυρ κα μο λέγανε: μες περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι ταν καμι φορ τολμοσα ν ψιθυρίσω τι μουν λληνας κι τι περάσαμε κι μες πόλεμο μ κοιτάζανε παράξενα: , κι σες ;
. Καταλάβαινα τι μασταν, γνοημένοι π παντο κα τοποθετημένοι στν κρη-κρη νς χάρτη πίθανου. Τ σύμπλεγμα κατωτερότητας κα δεητικ διάθεση μ κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαις νστικτώδεις διαθέσεις ρχισαν ν ναδεύονται κα ν ξεκαθαρίζουν.
. παραμονή μου στν Ερώπη μ κανε ν βλέπω πι καθαρ τ δράμα το τόπου μας.
. κε ναπηδοσε πι νάγλυφο τ δικο πο κατάτρεχε τν ποιητή.
. Σιγ-σιγ ατ τ δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Τ παναλαμβάνω, μπορε ν φαίνεται παράξενο, λλ βλεπα καθαρ τι μοίρα τς λλάδας νάμεσα στ λλα θνη ταν ,τι κα μοίρα το ποιητ νάμεσα στος λλους νθρώπους -κα βέβαια ννο τος νθρώπους το χρήματος κα τς ξουσίας. Ατ ταν πρτος σπινθήρας, ταν τ πρτο ερημα.
. Κα νάγκη πο νιωθα γι μία δέηση, μο δωσε να δεύτερο ερημα. Ν δώσω, δηλαδή, σ’ ατ τ διαμαρτυρία μου γι τ δικο τ μορφ μις κκλησιαστικς λειτουργίας.
Κι τσι γεννήθηκε τ ξιόν στι».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου