Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ

Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης - 

Ο ρασοφόρος Ακρίτας

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος*
Στην μακραίωνη και κοπιώδη πορεία του ελληνισμού στην αχανή λεωφόρο του χρόνου, η εξωτερική επιβουλή υπήρξε κεντρικό στοιχείο της ιστορικής παρουσίας του.
Μπόρεσε όμως πάντα ο ελληνισμός να υπερκεράσει όλα τα εμπόδια, να ανακτήσει την ελευθερία του όσες 
φορές παρέστη ανάγκη, αρδεύοντας δυνάμεις απο τις ακένωτες πηγές των ηθικών του εφοδίων, αλλά και απο την τιμλαφή πολιτιστική μας μήτρα της Ορθοδοξίας.
Παράλληλα όμως με την διαρκή ηθική και πνευματική στήριξη του γένους στους δαιδάλους της ιστορίας, η Ορθοδοξία προικοδότησε τον ελληνισμό με ακατάβλητους ρασοφόρους μαχητές της, που με τους πολυδύναμους και πολύτροπους αγώνες τους, κραταίωσαν την ελληνική ελευθερία.
Απο την ενεγερσία του ΄21 όπου η Ορθοδοξία έθρεψε πνευματικά τις ρίζες του σκλαβωμένου γένους, μέσα στο έρεβος της οθωμανικής δουλείας, την έξοχη ηθικά συμβολή της στο έπος του Μακεδονικού αγώνα, μέχρι και την εποποιΐα της εθνικής αντίστασης, την έναρξη της οποίας στην Πελοπόνησο κήρυξε ο απαράμιλλος Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος, η εκκλησία μας σφράγισε τους διαρκεις αγώνες για την ελληνική ελευθερία.
Κεντρικό ρόλο σ΄αυτή την πολυδύναμη συμβολή και προσφορά της εκκλησίας μας στους εθνοαπελευθερωτικούς αγώνες, έχει ο ακατάβλητος ρασοφόρος Μητροπολίτης Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης.
Ένας γιγάντιος έλληνας που με τα εμπνευσμένα και ιδεοφόροα βήματά του στιγμάτισε ανεξίτηλα την ιστορική εκπόρευση του ελληνισμού, απο όλες τις επάλξεις τις οποίες υπηρέτησε την ελληνική πατρίδα.
Για να γνωρίσει πάραυτα την αχαριστία, την ηθική αμνησία του πολυεπίπεδου έργου του και την βάναυση ιστορική περιθωριοποίηση.
Τόσο απο την ελληνική πολιτεία, όσο και απο αυτή την ελλαδική εκκλησία, την οποία επίσης με θερμουργό πάθος και αυταπάρνηση υπηρέτησε.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης πέρα απο την τεράστια συμβολή του στους εθνοαπελευθερωτι-κούς αγώνες του ελληνισμού του Πόντου και της Μακεδονίας, υπήρξε συνάμα μια ακαταδάμαστη ευφυΐα, ένας γίγαντας του πνεύματος, αναγορευόμενος με τις λαμπρές θεολογικές του σπουδές και Δ/ρας της Φιλοσοφίας στη Λειψία, με αποτέλεσμα πολλές φορές να προσκρούσει στους μικρόψυχους και αρτηριοσκληρωτικούς μηχανισμούς της ελλαδικής πολιτείας και της εκκλησίας και να αποσπάσει έτσι την μήνιν και το ανελέητο κυνηγητό τους. karabaggelis
Δυο φορές του στέρησαν τον πατριαρχικό θρόνο, μια φορά την έδρα της Αρχιεπισκποπής Αθηνών, ενώ τον κυνήγησαν ανηλεώς με εκδικητικές παράλογες και ανεδαφικές μεταθέσεις, κορύφωση των οποίων ήταν η μετάθεσή του στην Επισκοπή Κεντρώας Ευρώπης – σήμερα Αυστραλίας – για να κλείσει ο κύκλος αυτής της ηθικής ασχημίας και ιστορικής απρέπειας, με την άρνηση !!! της ελληνικής πολιτείας να πληρώσει τα έξοδα της κηδείας του, ενώ η διαμετακομιδή των λειψάνων του, θα γίνει εφικτή το 1959, μόλις 24 χρόνια μετά απο τον άδοξο θάνατό του.
Ας είναι λοιπόν το σημερινό τούτο κείμενός μας, ευλαβικό μνημόσυνο στην άχραντη ηθικά μορφή του ακατάβλητου ρασοφόρου πατριώτη και ας αποτελέσει συνάμα ένα ταπεινό συγνώμη, στις απαράδεκτες παραλείψεις της πολιτείας απέναντί του.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης είδε το φως της ζωής στις 16 Ιουνίου του 1866 στη Στύψη της Λέσβου, σε μια φτωχή και πολυμελή οικογένεια.
Προικοδοτημένος με σπουδαία πνευματικά τάλαντα αποφοίτησε με άριστα απο την Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1888.
Και αμέσως μόλις έλαβε το πτυχίο του χειροτονήθηκε διάκονος απο τον οικουμενικό Πατριάρχη Διονύσιο τον Ε΄, που του προσέδωσε και το όνομα Γερμανός, πρός τιμήν του Ιδρυτή της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Πατριάρχη Γερμανού του Α΄ (1842-1853).
Το φυσικό όνομά του ήταν Στυλιανός. Η πνευματική υπεροχή του νεαρού Γερμανού ήταν έκδηλη και βεβαίως δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη απο τον μεγαλοπαράγοντα και ομογενή επιχειρηματία Παύλο Σκυλίτση Στεφάνοβιτς (αποτελούσε θείο της Έλενας Βενιζέλου, συζύγου του εθνάρχη Ελυθερίου Βενιζέλου) όταν επεσκέφθη τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Ο τότε Σχολάρχης της Χάλκης αρχιμανδρίτης Γερμανός Γρηγοράς, είχε ζητήσει την οικονομική του στήριξη για την κάλυψη των μεταπτυχιακών σπουδών του νεαρού Καραβαγγέλη στην Ευρώπη. Και ο ομογενής με γεναιοδωρία, ανέλαβε τα έξοδα του φερέλπιδος ρασοφόρου.
Με την συγκατάθεση και του Πατριάρχη που συνιστούσε τον πνευματικό μέντορά του, ο Γερμανός αναχώρησε για την Λειψία της Γερμανίας, όπου και παρακολούθησε για τρία χρόνια μαθήματα φιλοσοφίας.
karabaggelis2Παράλληλα για ένα εξάμηνο παρακολούθησε μαθήματα εκκλησιαστικής ιστορίας, απο Καθολικούς, Προτεστάντες και Παλαιοκαθολικούς καθηγητές στη Βόννη.
Το 1891 ο Γερμανός αποπεράτωσε την Διδακτορική του διατριβή, έχοντας ως θεματικό αντικείμενο «Την περί Θεού διδασκαλία του Θεόφιλου Αντιοχείας».
Και την ίδια χρονιά μετακαλείται απο τον Πατριάρχη Διονύσιο τον Ε΄στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα καθηγητή εκκλησιαστικής ιστορίας, καθώς και άλλων μαθημάτων στην χηρεύουσα θέση του επίσης Λέσβιου Αρχιαδιακόνου Φωτίου Αλεξανδρίδη, που εν τω μεταξύ έχει αναλάβει καθήκοντα Σχολάρχη στην Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσώλυμα.
Για πέντε χρόνια ο Γερμανός θα μείνει στην Σχολή διδάσκοντας μέχρι το 1896, Ομιλητική Εκκλησιαστική Ιστορία και Εβραϊκή Αρχαιολογία.
Και στις 6 Μαρτίου του 1894, ο Καραβαγγέλης λαμβάνει τον τίτλο του πρεσβύτερου απο τον Πατριάρχη Νεόφυτο τον Η΄(1891-1894).
Τον Οκτώβριο του 1894 κάνει την επίσκεψή του στο Περιβόλι της Παναγίας -Άγιο Όρος- και επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση με την μοναστική ζωή.
Ομως η ζωή και ο στατικός χαρακτήρας ίσως του Αγίου Όρους, δεν ήταν συμβατοί με τον δυναμικό και ανυπόταχτο χαρακτήρα του, που αποζητούσε εναγωνίως τα δύσκολα πεδία κοινωνικής δράσης.
Δυο χρόνια αργότερα στις 20 Φεβρουαρίου του 1896 αποπερατώνεται η θητεία του Γερμανού ως καθηγητή της Χάλκης, δοθέντος ότι εκλέγεται Επίσκοπος Χαριουπόλεως, αρχιερατικός προϊστάμενος Σταυροδρομίου, της αριστοκρατικής συνοικίας «Πέραν» της Κωνσταντινουπόλεως πλησιάζοντας στην ηλικία των 30 χρονών.
Θα περάσουν τέσσερα χρόνια και στις 21 Οκτωβρίου του 1900, ο Γερμανός ανέρχεται στο πολυπόθητο αξίωμα της Ιεραρχίας του Μητροπολίτη.
Εκλέγεται Μητροπολίτης στην εθνικά ευαίσθητη περιοχή της Καστοριάς, που ήδη έχει αρχίσει να αποτελεί κεντρικό στόχο του Βουλγαρικού κομιτάτου.
Προκειμένου να εκβουλγαρίσει τους ελληνικούς πληθυσμούς και να τους προσαρτήσει στην Βουλγαρική Εξαρχία.
Απο τη θέση του Μητροπολίτη Καστοριάς, ο Καραβαγγέλης θα αποδυθεί σε έναν πολυδύναμο αγώνα, για να προστατεύσει τους ελληνικούς πληθυσμούς, απο την ηθική τρομοκρατία, τις ληστρικές επιδρομές, τους απαγχονισμούς, τους φόνους, τους βιασμούς, τις φωτιές και τα ανελέητα χτυπήματα των αδίστακτων κομιτατζήδων.
Χαλυβδώνει ηθικά και τονώνει την παρουσία του καθημαγμένου και εγακαταλελειμμένου ελληνικού στοιχείου, αποκρούντας σθεναρά τις επιθέσεις των Βούλγαρων Εξαρχικών και συγκροτεί συνάμα με τις αριστοτεχνικές διοικητικές του ικανότητες, αντάρτικα σώματα, που θα αποτελέσουν ανάχωμα στα δολερά σχέδια εκβουλγαρισμού των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας.
Στην κυριολεξία με την κατακλυσμιαία παρουσία του, τον ανένδοτο πατριωτισμό του, το φλογερό πάθος του για την απελευθέρωση της Μακεδονίας μας, την ηθική ευτολμία του, αλλά και αυτό το φυσικό του παράστημα, που τον προσομειώνει με Ακρίτα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, θα αναγορευτεί στην ψυχή του Μακεδονικού απελευθερωτικού αγώνα. karabaggelis3
Συνεργαζόμενος ακόμα και παράσχοντας πολυσχιδή στήριξη στον απαράμιλλο μακεδονομάχο Παύλο Μελά, στον οργανωτικό νού του αγώνα, τον Πρόξενό μας στην Θεσσαλονίκη Λάπρο Κορομηλά – τον «Δεσπότη» όπως συνωμοτικά για λόγους ασφαλείας τον αποκαλούσαν – και σε όλους τους ντόπιους αρχηγούς, που στρατεύονται στην απελευθέρωση της Μακεδονίας μας.
Ήδη απο την οδυνηρή έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897, οι Βούλγαροι εστιάζουν στρατηγικά στην Μακεδονία.
Και απο το 1900 οι επεκτατικές τους βλέψεις, εκδηλώνονται ωμά, συγκροτώντας τα αντάρτικα σώματα των αδίστακτων κομιτατζήδων.
Η πελώρια πατριωτική παρουσία του Καραβαγγέλη στην Καστοριά, παράλληλα με το πολυεπίπεδο κοινωνικό του έργο στην ευρύτερη περιοχή της, θα ξεπεράσει τις προσδοκίες όσων είχαν επενδύσει ηθικά στην τοποθέτησή του στην Μακεδονία και θα αποτελέσει την πρώτη κύρια αντίσταση στα σχέδια των Βούλγαρων.
Αντίπερα κιόλας στην επίσημη γραμμή της κυβέρνησης των Αθηνών, που για να μην θραυστούν λεπταίσθητες διπλωματικές ισορροπίες, αποφεύγει ανοικτά να οργανώσει αντάρτικο.
Σ΄αυτή την σισσύφεια εθνική του προσπάθεια, ο Μητροπολίτης Γερμανός ενισχύει οικονομικά τους κοινωνικά αδυνάτους και τα ορφανά, μεριμνά για την μόρφωση και την παιδεία των απροστάτευτων παιδιών της Καστοριάς, εμψυχώνει τους τοπικούς οπλαρχηγούς, αλλά και τους κληρικούς της Μητρόπολης σε αντίσταση, επαναπροσαρτά στις ελληνικής αντάρτικες δυνάμεις οπλαρχηγούς που είχαν αποσκιρτήσει στην Βουλγαρική Εξαρχία, συγκροτεί στρατηγικά την άμυνα, φροντίζει για την τροφοδοσία με πολεμοφόδια, δημοσιογραφεί για να αναδείξει την ωμότητα των Βουλγάρων, υποβάλλει υπομνήματα πρός τα Πατριαρχεία, ενημερωτικά της κατάστασης που επικρατεί και θωρακίζει με κουράγιο και ελπίδα τους κατοίκους της Καστοριάς, ότι η απελευθέρωση της Μακεδονίας μας, μπορεί να γίνει πραγματικότητα.
Ακόμα στο ίδιο πλαίσιο ο Καραβαγγέλης με το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου (=Καραβαγγέλης Γερμανός), εγκαινιάζει αλληλογραφία με τον Παύλο Μελά και άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες του εθνοαπελευθερωτικού αγώνα. Ιδίως με τον οργανωτικό του νου τον πρόξενό μας στην Θεσσαλονίκη Λάμπρο Κορομηλά – τον «Δεσπότη», όπως τον αποκαλούσαν τηρώντας του συνωμοτικούς κανόνες ασφαλείας – που στην κυριολεξία με αριστοτεχνικό τρόπο διευθύνει την προσπάθεια, αλλά και τον εμπνευσμένο διανοούμενο και φλογερό πατριώτη, γαμπρό του Παύλου Μελά, Ίωνα Δραγούμη, που θέτει πάνω απο την διπλωματική του καριέρα και κάθε άλλη φιλοδοξία, την απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών πατρίδων.
Ο Ίωνας – «ΙΔΑΣ», όπως ήταν το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο, δολοφονήθηκε άδικα και άκαιρα την επαύριο της απόπειρας δολοφονίας του μεγάλου αδιαμφισβήτητα Ελευθερίου Βενιζέλου στην Λυών, απο βενιζελικούς αξιωματικούς ως αντίποινα, δοθέντος ότι ήταν ο θεωρητικός του αντιβενιζελι-σμού στην Ελλάδα.Τι σχέση όμως μπορούσε να έχει το ένα γεγονός με το άλλο;
karabaggelis4Πλήρωσε έτσι με το αθώο του το αίμα, ο ευαίσθητος αυτός διανοούμενος και εραστής της εθνικής ιδέας, την χυδαία έξαψη τότε στην Ελλάδα, των πολιτικών μας παθών.
Ο φλογερός ρασοφόρος με την πολιτική του οξυδέρκεια και την διορατικότητά του, είχε σωστά αποτιμήσει τον κίνδυνο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Βουλγαρίας.
Η οθωμανική αυτοκρατορία ψυχοραγούσε και διεφαίνετο η πολιτική της αποσύνθεση, κάτι που σύντομα θα σήμαινε την απαλλαγή απο τον τουρικό ζυγό.
Με τον ύπουλο όμως και αδιόρατο κίνδυνο εκβουλγαρισμού των πλησθυμών μας τι γίνονταν; Πολλώ μάλλον που η επίσημη ελληνική πολιτεία, ακόμα δεν φαίνονταν διατεθειμένη να οργανώσει άμυνα.
Οι θηριωδίες των Βουλγάρων στην Καστοριά έδιναν και έπαιρναν, με τους σκοτωμούς, τις βαιοπραγίες και ις ληστείες των ελλήνων να είναι στην ημερήσια διάταξη. Πάραυτα ο ασυμβίβαστος ρασοφόρος με τόλμη και ασσύγνωστη γεναιότητα και έχοντας στην κυρολεξία κάτω απο τα ράσα τα πιστόλια του – το ιστορικό μάνλιχέρ του – πραγματοποιεί απτόητος κανονικά τις λειτουργίες του στις 5 εκκλησίες και εμψυχώνει τους τρομοκρατημένους χριστιανούς. Κατορθώνοντας με το εμπνευστικό παράδειγμά του να συγκροτήσει αντάρτικα σώματα και να χαλυβδώσει το ηθικό των ελλήνων.
Μάλιστα το πείσμα, το ένθερμο πάθος και η αφιοσίωση στον αγώνα, θα συγκινήσουν και την κοινή γνώμη της Αθήνας, που αρχίζει να πιστεύει πλέον ότι η σπίθα που έχει ανάψει ο Καραβαγγέλης, μπορεί να μεταμορφωθεί σε έναν ουσιαστικό απελευθερωτικό αγώνα.
Ακόμα ξεχωριστή εντύπωση προξενεί η ακαταγώνιστη ρητορική δεινότητα του Καραβαγγέλη, με την οποία κατορθώνει να μεταστρέψει τους προσηρτημένους ελληνικούς πληθυσμούς στην Βουλγάρικη εξαρχία και να τους επαναφέρει στους πατριαρχικούς χριστιανικούς κόλπους.
Χαρακτηριστικό είναι εδώ το χωρίο της Αντιγόνης Μπέλου-Θρεψιάδη απο το βιβλίο της «Μορφές μακεδονομάχων και τα ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη» (1992) Τροχαλία) «Ένα απ’ τα μεγαλύτερα όπλα του, αν όχι το μεγαλύτερο, ήταν η ρητορική του δεινότητα, η πειθώ που είχε … κατόρθωνε, επιτυγχάνοντας μια ή δύο συναντήσεις με Βουλγάρους κομιτατζήδες, να τους μεταστρέφει και να τους μεταβάλλει σε πιστά και αφοσιωμένα όργανα του ελληνικού κομιτάτου».
Αλλά με απαράμιλλο τρόπο και παραστατική ενάργεια η συγγραφέας Μπέλου-Θρεψιάδη αποτυπώνει και τα σπουδαία φυσικά χαρίσματα του Καραβαγγέλη, με τα οποία τον είχε προικήσει η φύση. Γράφει η Θρεψιάδη : «Περνούσε καλπάζοντας με το άλογό του μεσ’ από τα Βουλγαρικά χωριά, τη στιγμή που κανένας απ’ αυτούς δεν περίμενε να τον δει εκεί πέρα κι ίσως του είχαν στημένη ενέδρα και τον περίμεναν κοντά στα ελληνικά χωριά. Πως μια φορά που τον αναγνώρισαν, τον κυνήγησαν και τον πρόφτασαν. Και τότε αυτός αφιππεύοντας οχυρώθηκε πίσω από ένα Βράχο και πυροβολώντας μαζί με τον Εμίν, τον πιστό Τουρκαλβανό καβάση του, τους ανάγκασε να υποχωρήσουν και να φύγουν. Γιατί φαίνεται πως εκτός απ’ όλα τ’ άλλα ήταν και δεινός σκοπευτής. Πάνω σ’ άλογο … είχε όλη τη μεγαλοπρέπεια και την άγρια ομορφιά των Ακριτών του Βυζαντίου. Ακρίτας κι αυτός στα μακρινά κι εγκαταλειμμένα εκείνα σύνορα του Ελληνισμού, προσπαθούσε ν’ αναχαιτίσει το θεριεμένο κύμα της Βουλγαρικής απληστί-ας, έχοντας για μόνο όπλο του την αλύγιστη ψυχή και φλογερή φιλοπατρία του».karabaggelis5
Ωστόσο όλη αυτή η πολυσχιδής πατριωτική δράση του εμπνευσμένου ρασοφρόρου του ελληνισμού, που καρφώνονταν στο μάτι στην κυριολεξία του βουλγάρικου εθνικισμού, δεν θα μπορούσε παρά να δρομολογήσει πλήθος σχεδίων εξόντωσής του.
Η απόφαση της δολοφονίας του Καραβαγγέλη είχε ληφθεί και μόνο απο ένα ανθρώπινο λάθος ο φλογερός ρασοφόρος διασώζεται.
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1906 πολιτικά κέντρα απο την Σόφια σε συνεργασία με το βουλγαρικό κομιτάτο, δολοφονούν τον φιλήσυχο και αγαθό Μητροπολίτη Κορυτσάς Φώτιο, πιστεοντας απο λάθος ότι ήταν ο Γερμανός Καραβαγγέλης.
Τα σχέδια της εξόντωσής του με οποιοδήποτε τρόπο έχουν καταστρωθεί και απομένει πλέον η υλοποίησή τους.
Οι Βούλγαροι θέλουν παντί σθένει αν όχι την δολοφονία του, τουλάχιστον την βίαιη μετακινησή του απο την Μακεδονία. Και ότι δεν κατορθώνουν με την φυσική δολοφονία του, το επιτυγχάνουν με την ηθική.
Οι Βούλγαροι επιστρατεύουν όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτουν και κατορθώνουν με τα διεθνή τους ερείσματα και με την παρέμβαση των ΠρεσβειώνΑγγλίας και Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, να υιοθετήσει και να αξιώσει η Τουρκική κυβέρνηση απο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την ανάκληση του Καραβαγγέλη στην Πόλη.
Ο Πατριάχης Ιωακείμ ο Γ΄ (1878-1886, 1901-1912) που αγαπούσε τον ανυπόταχτο Μητροπολίτη Καστοριάς, βρίσκεται σε φοβερά διλήμματα.
Αρχικά προσπαθεί να πείσει τον Μέγα Βεζίρη Φερήτ Πασά να μην προβεί στην ανάκληση. Αλλά διαπιστώνει ότι η προσπάθειά του είναι ματαία.
Έτσι αναγκάζεται να διορίσει τον Γερμανό μέλος της Ιεράς Συνόδου.
Ο Καραβαγγέλης συντετριμμένος στις αρχές του 1908 αναλαμβάνει καθήκοντα Συνοδικού.
karavagelis6Ήδη απο τα τέλη του 1907 έχει αφήσει την «πατρογονική» για αυτόν ευλογημένη γή της Καστοριάς, στην οποία έχει αποτυπώσει ανεξάλειπτα το πολυδύναμο πατριωτικό του σήμα.
Ο απαράμιλλος ρασοφόρος έχει ρίξει καλά στα άγια χώματα της Μακεδονίας μας το σπόρο της ελευθερίας.
Εμψυχώνοντας, καθοδηγώντας, διαφωτίζοντας και στηρίζοντας πολύτροπα τους χριστιανικούς πληθυσμούς μας, απο την θηριώδη μπότα της Βουλγάρικης τρομοκρατίας.
Με δάκρυα στα μάτια λοιπόν, κρατώντας στο χέρι μια χούφτα χώμα απο την ευλογημένη μακεδονική γή, αποχωρίζεται τη Μακεδονία.
Ο ίδιος θα σχολιάσει τη απομάκρυνσή του «Η απομάκρυνσή μου από τη Καστοριά θεωρήθηκε σαν ένα τραύμα στο Μακεδονικό αγώνα, μα ο αγώνας βρισκόταν πια σχεδόν στο τέλος του».
Θα συνεχίσει άκαμπτος όμως τον αγώνα του για τις αδούλωτες ελληνικές πατρίδες, απο ένα άλλο μετερίζι του αλύτρωτου ελληνισμού.
Στις 5 Φεβρουαρίου του 1908 ο Γερμανός ανακηρύσσεται Μητροπολίτης Αμασείας με έδρα την Σαμσούντα.
Θεόσταλτος καθώς ήταν για την ελευθερία της Ελλάδος, απο ακρίτας της Μακεδονίας μας γίνεται ακρίτας του ιστορικού Πόντου.
Και έστω και μέσα απο μια ομολογουμένως κίνηση εξόντωσής του, ο Καραβαγγέλης έρχεται να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του, σε ένα άλλο πολύ ευαίσθητο εθνικά επίσης κομμάτι του ελληνισμού.
Οι στρατηγικές αρετές, η διπλωματική του ευφυΐα, ο οργανωτικός νούς, η διοικητική του διάνοια, οι ενορατικές πολιτικές του συλλήψεις εν παραλλήλω με την πολιτική του ευτολμία, αλλά και η άκρατη κοινωνική ευαισθησία του, έρχονται να προστρέξουν τον μαρτυρικό Πόντο, σε μια δύσκολη καμπή της κοπιώδους ιστορικής του πορείας.
Στον Πόντο ο Καραβαγγέλης και με ορμητήριο την Αμάσεια θα μείνει για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια και θα συνταυτίσει την παρουσία του, με όλες τις δραματικές ιστορικές στιγμές του ποντιακού ελληνισμού.
Στην κυριολεξία κατά την διάρκεια της Μητροπολιτικής του παρουσίας, θα συντελέσει σε μια κοινωνική και πατριωτική κοσμογονία, αλλάζοντας άρδην τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τον ψυχισμό των αλύτρωτων πληθυσμών μας.
Σ΄αυτή την μακρά επισκοπική του πορεία στην γη του Πόντου, ο Γερμανός θα επισκεφθεί κάθε απόκρημνη γωνιά της Μητρόπολής του και αποδύεται αμέσως σε ένα πολυεπίπεδο έργο αναμόρφωσής της. Πρωτίστως θα δώσει βάρος στην αναδιοργάνωση της ελληνικής παιδείας, χτίζοντας 115 νέα σχολεία και σχολές.
Τονώνει το συναίσθημα του πατριωτισμού των ελληνοπαίδων και τους αναγεννά μέσα τους τό όραμα της ελευθερίας.
Στο κοινωνικό πεδίο ο Γερμανός ανοίγει ευαγή ιδρύματα, θεσπίζει δομές κοινωνικής πρόνοιας για τους αδυνάτους με την επιστασία της εκκλησίας και συνδράμει πολυδιάστατα τις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες του Πόντου.
Έφτιαξε ακόμα νέους ναούς και προσπάθησε να αναβαθμίσει τους λατρευτικούς χώρους των Χριστιανών σε πατριωτικούς θύλακες, που θα διατηρούσαν άσβεστη τη φλόγα της ελευθερίας του γένους μας στον Πόντο.
Στο φάσμα τώρα της εσωτερικής διοίκησης, ανασύνθεσε επι το αυστηρότερο τους κανόνες διοίκησης των Κοινοτήτων, αλλά και των κοινωνικών σωματείων και συλλόγων.
Όλα αυτά κατέτειναν στην αλλαγή άρδην της αναπτυξιακής φυσιογνωμίας του Πόντου και στην καθολική του κοινωνική αναδιοργάνωση.
Κεντρικό μέλημα εξάλλου της παρουσίας του Καραβαγγέλη στον Πόντο, υπήρξε η προστασία των ελληνικών πληθυσμών, απο τον επιχειρούμενο έντεχνα εκτουρκισμό του. karavagelis7
Σ΄αυτό το πλαίσιο του 1914 ο Καραβαγγέλης παρεμβαίνοντας σωστικά, θα αποτρέψει την αλλοτρίωση του ελληνικού πληθυσμού με την επιχειρούμενη εγκατάσταση στην επαρχία του Τούρκων προσφύγων.
Προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του ο Γερμανός, θα ξεπεράσει τις όποιες προσωπικές του πολιτικές πεποιθήσεις, για να ευοδωθεί η σωστική του πρωτοβουλία.
Παρότι έτσι ότι διακατέχεται απο αποκραιφνή βενιζελισμό, επισκέπτεται στο Kronberg την βασίλισσα της Ελλάδος Σοφία, που είναι όμως και αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου και την εκλιπαρεί να παρέμβε,ι για να αποτρέψει το δολερό σχέδιο αλλοίωσης του ελληνικού πληθυσμού. Και πράγματι η Σοφία σαν γνήσια ελληνίδα που είναι, θα έλθει αρωγός στο αίτημά του.
Ωστόσο τον Ιούλιο του 1914 ο Καραβαγγέλης θα βιώσει με θραύση της ευαισθησίας του, την δραματική επιστράτευση των νεαρών Ποντίων απο 20 έως 45 ετών, στα διαβόητα δολοφονικά «Τάγματα Εργασίας» (amele taburu), στα βάθη της Ανατολής.
Το πρόσχημα των Τούρκων ήταν η συμμετοχή τους αναγκαστικά σε κατασκευαστικά έργα, αλλά στην πραγματικότητα πρόθεσή τους ήταν μέσα απο τις κακουχίες, τα βάσανα, την πείνα και την αναπότρεπτη εξάντληση, να τους εξοντώσουν. Η δόλια αυτή μεθόδευση των Τούρκων για να εξοντώσουν τον ελληνισμό του Πόντου, θα μείνει στην ιστορία ως η περίφημη «Λευκή Σφαγή» (Le massacre blanc).
Θα δει ακόμα με ηθική συντριβή ο Καραβαγγέλης αυτή την περίοδο των φοβερών «amele taburu», τις σφαγές, τις πυρπολήσεις, τους εξισλαμισμούς και τα παιδομαζώματα των τραγικών παιδιών του Πόντου και θα προσπαθήσει εξαντλώντας όλες του τις δυνατότητες, να αποσοβήσει ότι ήταν δυνατό.
Η σωτήρια παρέμβαση του μαχητικού ρασοφόρου, θα γλυτώσει απο το βέβαιο θάνατο πολλά Αρμενόπουλα το 1915 κατά τη σφαγή της Αρμενικής Γενοκτονίας, ενώ το 1916 θα συμβάλλει καθοριστικά στην διάσωση της Αμισού και των κατοίκων της, βιώνοντας απο κοντά τη φρίκη του ποντιακού ελληνισμού.
Έχοντας ακόμα εισκομίσει ο Καραβαγγέλης μια τεράστια πείρα απο την θητεία του στην Μακεδονία, θα οργανώσει κατάλληλα αντάρτικα σώματα στον Πόντο, που για καιρό θα προστατεύουν τους έλληνες της περιοχής απο τις θηριωδίες των Τούρκων.
Πρός αυτή την κατεύθυνση άλλωστε θα ιδρύσει με άλλους φλογερούς πατριώτες του Πόντου στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας, μια μυστική πατριωτική οργάνωση με το όνομα «Μιθιδράτης», που στόχο της είχε να αναζωογονήσει τους υπάρχοντες πατριωτικούς θύλακες και να οργανώσει την αντάρτικη άμυνα, στον επιχειρούμενο πολλαπλώς αφελληνισμό του Πόντου.
Όμως η πολυσχιδής εθνοπατριωτική δράση του Γερμανού θα εξάψει το μένος και το μίσος των Τούκων εναντίον του.
Θα τον απελάσουν έτσι το 1917 στην Κωνσταντινούπολη μέσω Αγκύρας, με διαταγή του τούρκου πρωθυπουργού Ταλαάτ και θα μείνει για μερικές μέρες έγκλειστος στις κεντρικές φυλακές της Πόλης.
Αφότου λήξει ο πόλεμος και λάβει χώρα η επιστροφή των εκτοπισμένων στις οικίες τους, ο Καραβαγγέλης απο κοινού με τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο Φιλιππίδη, θα συντάξουν υπόμνημα πρός τους συμάχους με το οποίο ζητούν την ανεξαρτησία του Πόντου.
Ο Γερμανός στην ανένδοτη προσπάθειά του να προασπίσει τον Πόντο, δε θα διστάσει να επιδώξει συνάντηση με κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής και στρατιωτικής μας σκηνής, προκειμένου να τους αναπτύξει τα σχέδιά του για τον Πόντο.
Το 1921 λοιπόν ανεβαίνει στην Αθήνα και συναντάται με τους Θεοτόκη, Γούναρη, Δούσμανη και άλλους αξιωματικούς και τους εκθέτει τις προτάσεις του για τον Πόντο. Θα εισπράξει την παγερή άρνησή τους. Με τον Δούσμανη να είναι κατηγορηματικά αντίθετος στις προτάσεις του.
Ωστόσο το 1921 θα αποτελέσει ένα ορόσημο στην ιερατική καριέρα του Καραβαγγέλη. Θέτει υποψηφιότητα για πατριάρχης και είναι μακράν ο καλύτερος υποψήφιος ένεκα της εμπειρίας του, των σπουδών του και του κύρους του, αλλά κυρίως του σθεναρού πατριωτικού του φρονήματος, που περισότερο απο ποτέ είχε ανάγκη κείνες τις ταραγμένες μέρες, ο πατριαρχικός θρόνος.
Τον σκιάζει όμως ο ακραιφνής βενιζελισμός του. Η κυβέρνηση δίνει κατηγορηματικά εντολή στους αντιβενιζελικούς Μητροπολίτες, να τον καταψηφίσουν ενώ δέχεται και «εξ οικίων βέλη» !!!
Οι πολιτικά συνοδοιπορούντες βενιζελικοι αξιωματικοί του κινήματος της «Εθνικής Αμύνης», τον πιέζουν να αποσύρει την υποψηφιότητά του, υπερ του Μητροπολίτη Μελετίου, με το «επιχείρημα», ότι ο τελευταίος θα εξασφαλίσει πολλά δολάρια για το Πατριαρχείο, απο αμερικάνικους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους.
Το ελληνόπουλο που έχει στην κυριολεξία ποτίσει με τους αγώνες το δένδρο της ελληνικής ελευθερίας, βρίσκεται μεταξύ διασταυρούμενων πυρών.
Τον κυνηγούν και εχθροί και «φίλοι»… Γιατί το δυσθεώρητο θεολογικό και πολιτικό ανάστημά του, ήταν δύσπευτο στους μικρονοϊκούς εξουσιαστικούς πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους της εποχής.
Παρότι λοιπόν κατέχει την πλειοψη-φία των εκλεκτόρων και είναι μακράν ο καλύτερος υποψήφιος, «αναγκάζεται» να αποσύρει την υποψηφιότητά του, για δεύτερη φορά απο την διεκδίκηση του πατριαρχικού θρόνου.
Στο μεσοδιάτημα τα τουρκικά στρατεύματα υπο τον Κεμάλ, εισέρχονται στην Κωνσταντινούπολη και ο τελευταίος τον καταδικάζει σε θάνατο.
Μύστης της στρατιωτικής τέχνης ο Κεμάλ αντιλαμβάνεται αμέσως ότι η αντάρτικη άμυνα του Πόντου, είναι όπως χαρακτηριστικά θα πεί «όργανο του Καραβαγγέλη» και επιχειρεί καθοιονδήποτε τρόπο την εξόντωσή του.
Τον θεωρεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο αμφισβήτησης της πολιτικής και στρατιωτικής ανέλιξής του και καταδικάζει έτσι με την θανατική ποινή τον Καραβαγγέλη και τους συνεργάτες του.
Τον Επίσκοπο Ζήλων Ευθύμιο Αγριτέλη (που είναι και συμπατριώτης του Γερμανού απο τα Παράκοιλα της Λέσβου), και τον πρωτοσύγγελό του Πλάτωνα Αιβαζίδη, οι οποίοι και θα βρούν τελικά μαρτυρικό θάνατο.
Ο Γερμανός θα διασωθεί χάριν και μόνον συμπτώσεως, εφόσον την στιγμή της καταδίκης του απο τον Κεμάλ, ευρίσκονταν εν πλω γυρίζοντας απο ταξίδι στο Βουκουρέστι, το οποίο είχε επισκεφθεί για να μεταφέρει τον Πατριαρχικό Τόμο αναγνωρίσεως του Μητροπολίτη Βελιγραδίου ως Πατριάρχη, αλλά και της χειραφέτησης των νέων σερβικών επαρχιών.
Απο μια σύμπτωση και μόνο λοιπόν είχε γλυτώσει την ζωή του, απο τα φονικά χέρια των Τούρκων.
Ψηφίζεται απο την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου – και σε μια προσπάθεια να αποκρούσει την μανιώδη καταδίωξη των Τούρκων – για Μητροπολίτης Ιωαννίνων.
Και μάλιστα με ρητή εντολή του Πατριάρχη δεν παρουσιάζεται στην Πόλη, αλλά πηγαίνει απευθείας στην Αθήνα. Καταφθάνοντας κάποιοι φίλοι του, του καταθέτουν υποψηφιότητα για την διεκδίκηση του αρχιεπισκοπικού θρόνου.
Πάραυτα θα χάσει την εκλογή με ευθεία παρέμβαση του πρωθυπουργού Στυλιανού Γονατά, που τάσσεται σθεναρά υπερ του Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμου.
Έχοντας δρέψει έτσι πολλαπλά χτυπήματα και ύπουλα μάλιστα, θα γυρίσει στην Ήπειρο για να αναλάβει την Μητρόπολη Ιωναννίνων.
Προικισμένος όμως με ακένωτες δυνάμεις απο την θεία δύναμη για δημιουργία και με ασίγαστο πάθος για την πατρίδα, θα ξεκινήσει και απο την έπαλξη της Μητρόπολης Ιωαννίνων, μια πολυεπίπεδη αναπτυξιακή προσπάθεια που στην κυριολεξία θα αναμορφώσει την φυσιογνωμία της Ηπείρου.
Πρώτιστο μέλημά του να καυτηριάσει την χαίνουσα πληγή του μεταναστευτικού κινήματος, που απερημώνει και αποσυνθέτει τον κοινωνικό ιστό της Ηπείρου.
Θα γράψει μάλιστα ο ίδιος χαρακτηριστικά για τους στόχους του, να δοθεί «βιομηχανική ώθηση στον τόπο, ώστε ν’ αναχαιτιστεί το Ρεύμα εκπατρισμού των Ηπειρωτών».
Ιδρύει έτσι σχολεία, συροτροφεία, ταπητουργεία, όπως και μια Ιερατική Σχολή που στην κυριολεξία απορροφούν δημιουργικά τον νεανικό πληθυσμό και τον αποτρέπουν απο την μετανάστευση.
Παντελώς όμως αναπάντεχα και ενώ μέσα σέ ένα χρόνο ο Καραβαγγέλης έχει αρχίσει να αλλάζει το κοινωνικό τοπίο της Μητρόπολής του, θα δεχτεί ένα ακόμα πλήγμα απο τους κύκλους της εκκλησίας, που αναντίρρητα ασφυχτιούν με την δημιουργική και εργώδη παρουσία του αεικίνητου Γερμανού.
Σαν να θέλουν αληθινά να αχρηστεύσουν αυτό τον Πύργο της Ρωμιοσύνης, που υπηρετεί με απαρασάλευτη πίστη, ζέση και πάθος, την ελληνική ιδέα. Εντελώς αδικαιολόγητα λοιπόν το 1924, μετά απο ένα χρόνο παραμονής στην Εσπισκοπή Ιωαννίνων, τον διορίζουν Μητροπολίτη Ουγγαρίας! σε μια χώρα που δεν υπάρχουν πάρα μόνον 7 συνολικά ελληνικές οικογένειες…
Είναι έκδηλη η πρόθεση να το μειώσουν πρωτίστως ιερατικά και έπειτα να τον αχρηστεύσουν, σαν έναν σπουδαίο εθνοπατριωτικό θύλακα, με την επαγόμενη εκκένωση ακόμα της θέσης της Μητρόπολης Ιωαννίνων, προκειμένου να δοθεί, σε εκλεκτό των τότε πολιτικών και εκκλησιαστικών κύκλων.
Ο Καραβαγγέλης αντιλαμβάνεται ότι αυτή η άδικη μεταχείριση έχει ως στόχο, να του φιμώσουν την στεντόρια και ενοχλητική πατριωτική του φωνή και να αδρανοποιήσουν την εθνική του δράση.
Διαμαρτύρεται έντονα και το Πατριαρχείο προσπαθώντας να αμβλύνει την αδικία και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις απο το ατόπημα, τον διορίζει Έξαρχο Κεντρώας Ευρώπης, στην σημερινή δηλαδή Μητρόπολη Αυστρίας.
Η οικονομική εξασθένηση αναγκάζει τον Γερμανό να αποδεχετεί τον διορισμό, για να εξασφαλίσει τουλάχιστον τον μισθό της επιβίωσής του.
Μισθό τον οποίο του τον περικόπτουν διαρκώς, για να τον εξαντλήσουν πέραν της ηθικής του καταβαράθρωσης και οικονομικά.
Θα περιέλθει έτσι σε οικονομική ένδεια, ζώντας σε ένα προάστιο της Βιέννης, με τον πενιχρό μισθό των 60 λιρών μηνιαίως. Θα σημειώσει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του διάστικτος απο πρικρία για την απρέπεια εναντίον του «κι έτσι σήμερα κατάντησα να περιφέρομαι σχεδόν άνεργος σ΄ ερείπια, εξόριστος απ΄ τη Καστοριά, απ΄ την Αμάσεια, απ΄ την Κωνσταντινούπολη, αφού γλίτωσα πολλές φορές το μαρτυρικό θάνατο στην Τουρκία, και τελικά εξόριστος κι απ΄ την Ελλάδα…».
Αναπότρεπτα η ηθική και οικονομική ισοπέδωση του Καραβαγγέλη, θα θραύσουν βαρύτατα την υγεία του και θα οδηγήσουν στο τέλος του. Έρημος και λησμονημένος απο την πολιτεία, αλλά και απο την μητρώα αγκαλιά της εκκλησίας κυρίως, το λαμπρό αυτό ελληνόπουλο που απο όποιο μετερίζι πέρασε ροδάμισαν τα γράμματα, ο πολιτισμός και η εθνική ιδέα, θα αφήσει την τελευταία του πνοή, με παντελώς ταπεινωτικό τρόπο στις 11 Φεβρουαρίου του 1935 στο Hotel Bristol, ενός προαστίου της Βιέννης, της λουτρόπολης Baden.
Ένας αληθινός γίγαντας της ελληνικής πατρίδας, που περιθωριοποιημένος θα αφήσει – όπως εξάλλου και τόσοι άλλοι μεγάλοι του έθνους που πότισαν με το αίμα τους, την ελληνική ελευθερία – τελείως άδοξα την τελευταία του πνοή.
Ο ανένδοτος πατριωτικά ρασοφόρος, είχε με την εθνική ευπραξία του και το ευρυδιάστατο θεολογικό του έργο, επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον του πρός την πατρίδα. Μπροστάρης στον Μακεδονικό αγώνα, είχε ρίξει με τον αλησμόνητο εθνομάρτυρα Παύλο Μελά, αλλά και τόσους άλλους τα σπέρματα για την απελευθέρωσή της Μακεδονίας μας.
Ακρίτας αληθινός θα βάλει αργότερα για 14 χρόνια τις πατρικές του φρερούγες, για να προστατέψει τον Πόντο μέσα απο την Μητρόπολη Αμασείας. Μεθύστερα θα δρομολογήσει την κοινωνική ανάπτυξη και την εθνική θωράκιση της ξεχασμένης Ηπείρου, για να πεθάνει τελικά έρημος και λησμονημένος στην μακρινή Αυστραλία, αυτός ο γίγαντας της ελληνικής πατρίδας, που θαρρείς πως ήταν Θεόσταλτος, για να αναστήσει εθνικά το γένος μας, μετά την ταπεινωτική ήττα του 1897 στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ετάφη στις 15 Φεβρουαρίου 1935 στο ελληνικό τμήμα του κεντρικού κοιμητηρίου της Βιέννης απο τον αρχιμανδρίτη Δ/ρα Αγγαθάγγελο Ξηρουχάκη Ιερατικό Προϊστάμενο τότε της ελληνικής κοινότητας της Αγίας Τριάδος Βιέννης.
Με την παρέλευση 24 ολόκληρων ετών και με την πρωτοβουλία μιας ανεψιάς απο αδελφή του Καραβαγγέλη, πρός την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών τα οστά του μεταφέρθηκαν στις 12 Ιουνίου 1959 στην Θεσσαλονίκη. Και απο κεί στις 14 Ιουνίου 1959 στην Καστοριά, όπου και εναποτέθηκαν σε ειδική κρύπτη, στην βάση του ανδριάντα του.
Χαρακτηριστική είναι εδώ η αποτύπωση της εκταφής των οστών του Καραβαγγέλη σε ιδιόχειρη καταχώρηση στο βιβλίο θανάτων απο τόν τότε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αυστραλίας κ-ο Χρυσόστομο που γράφει «εκταφή των οστών εγένετο την 14 Μαΐου 1959, ώραν 9 π,μ. Τα οστά ετέθησαν εντός κιβωτίου εκ δρυός και παρεδόθησαν την 11 Ιουνίου 1959 εις ειδικήν Επιτροπήν εκ μέρους του Επισκόπου Θερμών Χρυσοστόμου, Δι’ αεροσκάφους μετεφέρθησαν την 12 Ιουνίου τις Θεσσαλονίκην και εκείθεν εις Καστοριάν και ετοποθετήθησαν κάτωθεν του Ανδριάντος του Ιεράρ-χου, εις κρύπτην, την 14 Ιουνίου, ημέραν Κυριακήν, Την μεταφοράν συνώδευσεν, εντολή του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου, ο Επίσκοπος Θερμών Χρυσόστομος Τσίτερ».
Όμως πολύ εύγλωττη και έμπλεη συνάμα απο άφατη ηθικά θλίψη – για τις άδικες συμπερι-φορές και τους διωγμούς που είχε υποστεί απο την πολιτεία και την εκκλησία – είναι η διαθήκη του Καραβαγγέλη στην οποία με παραστατική ενάργεια γράφει «Η κηδεία μου θα γίνει στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση με ένα μόνο ιερέα, χωρίς διάκονο. Δεν δέχομαι δε στην κηδεία μου ούτε αντιπρόσωπο του κράτους, ούτε της εκκλησίας, εάν τυχόν ήθελαν αναμνησθή μετά θανάτου τας εθνικάς μου υπηρεσίας. Δεν χρεωστώ εις κανένα ουδέ οβολόν, εις το Έθνος προσέφερα ό,τι ήτο δυνατόν ως Ιεράρχης του ’21…».
Εξοχο ηθικά πρότυπο, αγνού και ανιδιοτελούς πατριωτισμού, αυτοθυσίας, αδαμάντινου θεολογικού ήθους, άχραντης θρησκευτικής ευλάβειας, υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά και επιστημονικής πολυμέρειας – ως Δ/ρας της Φολοσοφίας στη Λειψία – ο Γερμανός Καραβαγγέλης, θα ζεί για πάντα στις καρδιές όλων των πανελλήνων και θα μας υποδεικνύει με τα ιδεοφόρα βήματά του, τον δρόμο της θυσίας και του καθήκοντος.
Αυτό το ταπεινό ελληνόπουλο που ειχε ξεκινήσει απο την φτωχική Στύψη της Λέσβου, για να σηκώσει στους πελώριους ώμους του τον Μακεδονικό αγώνα, αλλά την προστασία του καθημαγμένου Ποντιακού Ελληνισμού.
Για να δρέψει απο την ελληνική πολιτεία και την εκκλησία, την αχαριστία και τον απηνή διωγμό. Αυτός ο ρασοφόρος Ακρίτας, που η καθάρια και λεβέντικη ματιά του, μας προξενεί ρίγη συγκίνησης σαν την αντικρύζουμε, αλλά και ένα σφίξιμο στο στομάχι ως πολιτεία, για τις ηθικές μας απρέπειες απέναντί του.
Όμως το λόγο για σένα υψιπετή Μητροπολίτη Γερμανέ, δεν τον έχουμε εμείς οι ασήμαντοι και αφανείς στη λεωφόρου του χρόνου.
Τον έχει η τρισένδοξη ελληνική ιστορία, που χρυσά σε στεφανώνει και σε έχει τοποθετήσει στον χρυσούν αέτωμα των μαρτύρων του έθνους μας.
Και όσο για τους ασήμαντους και μικρούς που σε είχαν άδικα κυνηγήσει, ήδη έχουν αναλωθεί στο καμίνι της Ιστορίας, ανύπαρκτοι καθώς ήταν, απο την αδέκαστη ιστορική μοίρα. Θα ζεις για πάντα στις καρδιές μας αθάνατε Μητροπολίτη Γερμανέ Καραβαγγέλη και θα γαλουχείς στον αιώνα τον άπαντα τα νέα παιδιά, πως «τούτη η ράτσα γεννήθηκε για να πολεμάει το αδύνατο και να το νικάει» !!! Αιωνία σου η μνήμη, ακήρατε Ιεράρχη.

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.

ΣΠΑΝΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΟΥΡΑΣ......


Φωτογραφίες από μια σπάνια περίπτωση κουράς Μεγαλόσχημου μοναχού.

  • Από  fdathanasiou.wordpress.com



Στις 24-4-2014 στην Ιερά Μονή Κρεμαστών Λασηθίου, έγινε η κουρά σε Μεγαλόσχημο μοναχό, του 25χρονου Εμμανουήλ Π., ο οποίος μετονομάστηκε σε Ιωσήφ, προς τιμή του Αγίου Ιωσήφ του μνήστορος.
Ο μεγαλόσχημος μοναχός Ιωσήφ πάσχει από βαριά μορφή μυασθένειας. Λόγω αυτού του προβλήματος, με την ευλογία του οικείου Μητροπολίτου, η μοναχική κουρά, έγινε στο εξωτερικό παρεκκλήσιο της γυναικείας Ιεράς μονής, που τιμάται στις Άγιες Μυροφόρες,
Λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας ο μοναχός Ιωσήφ θα συνεχίσει την μοναχική του ζωή στο σπίτι του.
Ευχόμαστε στον Μεγαλόσχημο αδελφό Ιωσήφ καλές υπομονές, καλή μετάνοια και Καλό Παράδεισο.
Δημοσιεύουμε στην συνέχεια φωτογραφίες από την πραγματικά σπάνια περίπτωση κουράς Μεγαλόσχημου μοναχού.
Ευχαριστούμε τους οικείους του για την παραχώρηση άδειας δημοσίευσης των φωτογραφιών.

+ ΙΕΡΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣ. ΣΚΡΕΚΑΣ

Η σταύρωση του παπα - Σκρέκα

Το 1947 ο ιερός Κλήρος πρόσφερε, εκτός των άλλων κληρικών , κι ενα μάρτυρα,
που υπέστη το ίδιο
μαρτύριο με το Χριστό. Πρόκειται για τον Ιερέα Γεώργιο Σκρέκα, εφημέριο του χωριού Μεγάρχης Τρικκάλων, που μετά απο βασανιστήρια, σταυρώθηκε από τους κομμουνιστές ανήμερα τη Μεγάλη Παρασκευή πάνω σ' ενα ελατο, που είχε σχήμα Σταυρού. Να μερικά αποσπάσματα σχετικά με το μαρτύριό του, από τη σχετική Εκθεση που υπόβαλε την 1η Μαΐου 1947 στην Ιερά Σύνοδο ο Μητροπολίτης Τίκκης Χερουβείμ:

«την 27η  Μαρτίου 1947 ο ιερεύς  Γεώργιος Σκρέκας επληροφορήθη εις το χωρίον Μεγάρχης, οτι οι εαμοκομμουνισταί Μεγάρχης εκαμαν συμβούλιον είς ο απεφασίσθη να τον απογυμνώσουν από παντός περιουσιακού στοιχείου . Όντως την νύκτα της 27ης πρός την 28ην Μαρτίου μεταβάντες οι λησταντάρται εις την οικίαν του του αφήρεσαν ... (τα πάντα) ... Μη αρκεσθέντες όμως εις ταύτα , αφού εξεκένωσαν τους σταύλους εκ τών ζώων και επεφόρτισαν τον πατέρα του ιερέως και τον θείον του Αθανάσιον Σκρέκαν να συνοδεύσουν τα ζώα εις το χωρίον Πρόδρομος, ακολουθούμενοι υπό δύο ενόπλων ληστανταρτών, ενέκλεισαν τον ιερέα Γεώργιον Σκρέκαν εντός ενός εκ των σταύλων κι εκεί ήρχισαν να τον δέρουν αγρίως, ζητούντες παρ' αυτού και άλλα χρήματα. Η πρεσβυτέρα του ακούσασα τάς φωνάς και οιμωγάς του συζύγου της προσέτρεξε εις τον  Ισκαριώτην  Αθανάσιον Ίτσιον, κομμουνιστην εκ των σπουδαιοτέρων στελεχών του Κ.Κ.Ε. και εις άλλα μέλη της αυτοαμύνης Μεγάρχης, εκλιπαρούσα μετά δακρύων την απελευθέρωσιν του συζύγου της και την κατάπαυσιν του ξυλοκοπήματος. Δυστυχώς, ο εν λόγω Ισκαριώτης και οι άλλοι δεν ηθέλησαν να ακούσουν την παράκλησίν της, και ουδέν έπραξαν υπέρ του συλληφθέντος. Την ιδίαν νύκτα περί το μεσονύκτιον παρέλαβον τον Ιερέα Γεώργιον Σκρέκαν αιμόφυρτον, ημίγυμνον και ανυπόδητον και ωδήγουν τούτον πρός το χωρίον Γοργογύριον. Η πρεσβυτέρα σπεύσασα και πάλιν πρός τον Ισκαριώτην Ίτσιον και τους συντρόφους του παρεκάλεσε τούτους να υπάγουν μαζί της εις Γοργογύριον, διά να ίδουν τι θ' άπογίνη ο Ιερεύς. Μη δυνάμενος ο Ίτσιος να αρνηθή μετά δύο άλλων κομμουνιστών εκ Μεγάρχης, ηκολούθησαν την πρεσβυτέραν μέχρι Γοργογυρίου. Όταν εφθασαν εις Γοργογύριον επεσκέφθησαν τον απαχθέντα Ιερέα εκεί όπου είχαν τούτον φυλακίσει, και ο δήθεν υπερασπιστής του Ίτσιος προσεποιείτο ότι θέλει δήθεν να τον σώση, αλλά δεν δύναται, ενω αυτός ήτο ο ηθικός αυτουργός του όλου δράματος.
Ο μελλοθάνατος εζήτησε τον Ιερέα Γοργογυρίου, όστις και μετέβη να τον ίδη. Ούτος παρεκάλεσεν τον επικεφαλής των ληστοσυμμοριτών, όπως αφεθή ο ιερεύς να έπιστρέψη εις την οικογένειάν του, αλλ' ο άρχιληστής τω απήντησεν ότι: «..άλλοθεν λαμβάνει διαταγάς καί τίποτε δεν δύναται να κάμη », εζήτησεν μόνον εν ζευγος καλτσών διά τον μελλοθάνατον και ο ιερεύς Γοργογυρίου εξεδύθη τις κάλτσας του και τα εδωκεν, ο δε Ίτσιος εδωκεν εν παλαιόρασον και εσκέπασε την γυμνότητα του μελλοθανάτου. 'Εν βαθυτάτη συγκινήσει και μετά δακρύων μετ' όλίγων ησπάσθη ο μελλοθάνατος τον παρηγορούντα αυτόν εφημέριον Γοργογυρίου , είπων μεταξύ άλλων προς αυτόν τά έξ ή ς :  « Ο Θεός γνωρίζει τι θ' απογίνω. Εάν διά του μαρτυρίου με καλεί πλησίον Του. ας είναι ευλογημένον το όνομά Του. το θέλημά Του ας γίνη », Και ούτω απεχωρίσθησαν  Καθ' ήν στιγμήν τον απήγον εκ Γοργογυρίου, ιδών την πρεσβυτέραν του μακρόθεν, της είπεν : «Εδώ είσαι και σύ, Παπαδιά; Έλπιζε είς τον Θεόν .  Εκείνος διευθύνει, υπομονή» . Κατόπιν τον παρέλαβον μαζύ των οι έφιπποι λησταντάρται και ωδήγησαν αυτόν εις το χωρίον Τύρναν . Πρός παραπλάνησιν της πρεσβυτέρας εθεσαν αυτόν επι ίππου , αναχωρούντες εκ Γοργογυρίου, άλλ' όλίγον έξωθεν αυτού επέζευσαν τούτον, ινα βαδίση πρός τον Γολγοθά του πεζός, διότι ο ίππος μετ' όλίγον επέστρεψεν άνευ αναβάτου εις το Γοργογύριον. Είς την Τύρναν εστάθμευσαν εις την οικίαν Καλαμάρα, του οποίου η σύζυγος μετέβη να κάμη ενα καφέ εις τον μελλοθάνατον Ιερέα, αλλ' ως ότου φέρη τον καφέ οι αντάρται απαγαγόντες τον ιερέα, εφυγαν και ουδένα αυτη εύρεν εκεί. Εκ Τύρνης μετηγαγον τον ιερέα, έν τη ιδία αθλιεστάτη καταστάσει διατελούντα, εις Ξυλοπάροικον και εκείθεν εις Νεραϊδοχώριον, εκεί δε φυλακίσαντες τούτον ανά πάσαν ημέραν κατεβασάνιζον αυτόν από της 29-3-47 μέχρι τής Μεγάλης Παρασκευής , όπότε καί εσταύρωσαν αυτόν, επι σταυροειδούς δένδρου ελάτης, και όταν εξεψύχησεν ερριψαν αυτόν εις μίαν χαράδραν, τελείως γιψνόν, σκεπάσαντες το λείψανον με κλάδους και με σωρόν πετρών, με τον σκοπόν να χαθοϋν τα ίχνη του. Μόλις όμως απηλευθερώθη το Νερα ϊδοχώριον, είς εκ τών αξιωματικών του Στρατού, ο Νικόλαος Χονδρός, αναζητήσας το λείψανον εύρεν τούτο είς ην κατάστασιν περιγράφομεν. Προσκαλέσω τον Ιερέα του Νεραϊδοχωρίου εκήδευσεν αυτόν προχείρως εκεί, και έθαψεν αυτόν εις Νεραϊδοχώριον, Αλλ ' ο αδελφός του σταυρωθέντος Ιερέως Κωνσταντίνος Σκρέκας. μεταβάς μέχρι Νεραϊδοχωρίου, ανεκόμισε το λεί ψανον και μετέφερε τούτο εις Τρίκκαλα, όπου τω εγένετο πάνδημος κηδεία εις ην συμμετέχομεν και ημείς εκφωνήσαντες αυτω λόγον , λαβόντες ως θέμα το του Παύλου ρητόν: « Εγώ γάρ τά στίγματα του Κυρίου εν τω σώματι μου βαστάζω.... » Ανω δε των 60 Ιερέων εκ των χωρίων κατελθόντες, συνώδευσαν μέχρι του νεκροταφείου το λείψανον, βαστάζονες οί ίδιοι το φέρετρον (...) Αί κακώσεις του σώματος του ιερέως Γεωργίου Σκρέκα ήσαν αί εξής: Η κεφαλη έφερε τρεις οπάς, ανά μίαν εις έκαστον κρόταφον καί μίαν είς το μέσον, διότι εκαρφωσαν το κεφάλι με περόνια. Επί τής δεξιάς πλευράς εφερεν μίαν λογχιά. Λόγω των πολλαπλών καταγμάτων, αι χείρες και οι πόδες ήσαν κομματιασμένοι και οι οφθαλμοί εξωρυγμένοι... Δεν παραλείπομεν δέ να γνωρίσωμεν τω Ιερά Συνόδω, ότι πρόκειται περί Ιερέως, όστις απετέλει το σέμνωμα της Ιερωσύνης έν τω έπαρχία ημών , διότι ουδεμιάς χριστιανικής  αρετής εστερείτο .»

ΠΗΓΗ: ΝΙΚΟΥ ΡΟΔΙΤΣΑ: 1946 - 1949 - Τα χρόνια της κρίσης

+O ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ




Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία, να αναδεικνύη αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Χαίρει η Εκκλησία δια τους νεοφανείς αγίους, εξαιρέτως δε, δια το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος, τον Θεοφόρον Ιεράρχη, τον Άγιον Νεκτάριον επίσκοπον, Πενταπόλεως.


Ο Άγιος του Θεού, γεννήθηκε την 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Οι γονείς του ήταν ο Δημοσθένης Κεφάλας κι η Μαρία Κεφαλά. Η μητέρα του ήταν πολύ ευσεβής και όταν ο Άγιος ήταν πέντε ετών του δίδαξε τον ν' ψαλμό του Δαβίδ. Όταν ο Αναστάσιος έφθανε στον στίχο " διδάξω ανόμους τας οδούς σου" τον επαναλάμβανε πολλές φορές, σαν να ήξερε πόσο καθοριστικός θα ήταν ο ρόλος του αργότερα.



Για λόγους οικονομικούς αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο στην πατρίδα του, έφυγε σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών για την Κωνσταντινούπολη, και προσελήφθη ως υπάλληλος σε συγγενικό κατάστημα με μόνη αμοιβή στέγη και τροφή. Παρά τις δύσκολες συνθήκες βρίσκει καταφύγιο στη μελέτη, τη μόνιμη στη ζωή του συντροφιά και, μάλιστα, όσα από τα ρητά τα θεωρούσε ωφέλιμα για τους αγοραστές του, τα σημείωνε στα περιτυλίγματα του καπνού. Αργότερα εργάστηκε ως παιδονόμος στο Αγιοταφικό Μετόχι της Πόλης, όπου διευθυντής ήταν ο θείος του. Αγαπούσε και συμμετείχε σχεδόν κάθε ημέρα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες. Ο πόθος δια την Μοναχική Πολιτεία ήταν διακαής.


Το 1868 σε ηλικία είκοσι ετών φεύγει από την Πόλη και μεταβαίνει στην Χίο και υπηρετεί ως γραμματοδιδάσκαλος στο Λιθί, έως το 1873, όπου προσέρχεται στην Νέα Μονή και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει στις 7 Νοεμβρίου 1876 το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος. Στις 15 Ιανουαρίου (ημέρα της βαπτίσεώς του) το 1877 χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο. Στην Χίο φοιτά στο Γυμνάσιο, αλλά ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να έρθει στην Αθήνα, όπου στο Βαρβάκειο δίνει τις απολυτήριες εξετάσεις, ως κατ' οίκον διδαχθείς και παίρνει το απολυτήριο


Το 1881 ταξιδεύει στην Αλεξάνδεια, όπου συναντά τον πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος τον παροτρύνει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, κάτι που γίνεται εφικτό με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Χωρέμη. Το 1882 πήρε την υποτροφία του κληροδοτήματος Α.Γ. Παπαδάκη. Πήρε το πτυχίο του τον Οκτώβριο του 1885 με βαθμό "καλώς".


Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Αλεξανδρείας Σωφρόνιο. Στις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους χειροθετείται Μέγας Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός και τοποθετείται στην Πατριαρχική Αντιπροσωπεία Καΐρου. Εργάζεται συνεχώς με ζήλο και αυταπάρνηση. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας τον αμείβει με το ύπατο αξίωμα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 χειροτονείται μητροπολίτης Πενταπόλεως, στον Άγιο Νικόλαο Καΐρου (ο οποίος ανακαινίστηκε ριζικώς υπό του Αγίου), από τον
Πατριάρχη Σωφρόνιο, τον πρώην Κερκύρας Αντώνιο και τον Σιναίου Πορφύριο. Ως μητροπολίτης συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, χωρίς μάλιστα να πληρώνεται, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του Πατριαρχείου. Έλαβε ενεργό μέρος για τις εκδηλώσεις της 50ετηρίδος της αρχιερατείας του ευεργέτη και προστάτη του Πατριάρχη, που έμελλε να γίνει διώκτης του. Με μεγάλη ταπείνωση δέχτηκε το αξίωμα της αρχιερωσύνης και είναι αξιοσημείωτο να αναφέρωμεν τι έλεγε προς τον Κύριο: "Κύριε διατί με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος κι όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να γίνω ένας απλός εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ, Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ' υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημα Σου, και δέομαι: καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών, δι' ων τρόπων γνωρίζεις, και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: "Ζω Δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός". Και ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση του ταπεινού Ιεράρχου. Οι αρετές του Αγίου διεδόθηκαν παντού και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θησαυρό που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο δημιουργός της κακίας, ο διάβολος, δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του.

Πράγματι κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί που είχαν εισχωρήσει στο περιβάλλον του ενενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τον Άγιο ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό και επιδιώκει να αναλάβει τον Θρόνο της Αλεξανδρείας. Μάλιστα υπαινίχθησαν και ηθικές παρεκτροπές του δικαίου Νεκταρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παύση του Αγίου από τη Διεύθυνση του Πατριαρχικού Γραφείου και … του επέτρεπαν να λαμβάνει μέρος τροφής εν τη κοινή τραπέζη μετά των ιερέων και να διαμένει στο οίκημα της Πατριαρχικής Επιτροπείας. Μετ' ολίγον αποπέμπεται από την Αίγυπτο με την αιτιολογία "μη δυνειθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου". Μάταια ζήτησε να συναντήσει τον Πατριάρχη. Οι πιστοί εθλίβησαν που στερήθησαν τον "συμπαθέστατον των Αρχιερέων και τον αγαθώτατον και δραστηριώτατον των κληρικών".


Εδέχθη ο θείος πατήρ την αδικίαν ταύτην και πικρή δοκιμασία εν πολλή ευχαριστία προς τον Κύριον και ανεχώρησε από την Αίγυπτο κι ήλθε στην Αθήνα το 1889, χωρίς χρήματα και απογοητευμένος αναζητώντας εργασία, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τα ενοίκια στην Νεάπολη (Εξάρχεια). Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκος στην Εύβοια. Τον Ιούλιο του 1893 μετατίθεται στην νομό Φθιωτοφωκίδος όπου εργάζεται ακάματα για μόλις έξι μήνες, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις. Τον Μάρτιο του 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Εργάζεται με ζήλο Θεού για την εμφύτευση του ιερού ζήλου της ιεροσύνης στους ιεροσπουδαστές του, αλλά και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την αναμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της σχολής, ακόμη και για την καλυτέρευση του φαγητού και την άθληση. Κατάφερε να χορηγούνται τέσσερις υποτροφίες κάθε χρόνο για μαθητές προερχόμενους από τη Μικρά Ασία. Το κυριότερο είναι ότι αποτελεί για αυτούς ένα ζωντανό παράδειγμα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λατρευτική ζωή και ανέδειξε ως λατρευτικό κέντρο το ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου και τη σχολή πνευματικό ίδρυμα προσκαλώντας επιστήμονες να δίνουν διαλέξεις. Η προσευχή του ήταν το σημαντικότερο λίπασμα για την άνθηση της σχολής. Παράλληλα ασκούσε και λειτουργικό, κηρυκτικό, εξομολογητικό και φιλανθρωπικό έργο. Σχετίζεται με τον παπα-Πλανά και παίρνει μέρος στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου όπου έψαλαν οι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης.



 Τον Ιούλιο του 1898 επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιο Όρος. Διέμεινε για ένα μήνα και επισκέφτηκε τα κυριότερα μοναστήρια και σκήτες. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Γέροντα Δανιήλ με τον οποίο διατήρησε μία πολύχρονη φιλία. Επίσης συνεδέθη με τον π. Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη ο οποίος αργότερα διαδέχθηκε τον Άγιο Σάββα της Καλύμνου στην πνευματική καθοδήγηση της μονής στην Αίγινα. Το επόμενο καλοκαίρι (Αύγουστος 1898) ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και την γενέτειρά του Σηλυβρία. Είχε την ευκαιρία να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας της Σηλυβριανής και τους τάφους των γονέων του. Το 1904 έγινε πραγματικότητα η επιθυμία του για ίδρυση γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, αρχικά αποτελουμένης από τέσσερις αδελφές. Ο Άγιος δεν έπαυε να τις κατευθύνει πνευματικά, να τις στηρίζει ηθικά και οικονομικά. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1908 υπέβαλε την παραίτησή του από τη διεύθυνση της Ριζαρείου λόγω ασθενείας.

Αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του. Οι δοκιμασίες όμως δεν σταμάτησαν. Για ποικίλους λόγους η επίσημη αναγνώριση της μονής δεν ήλθε παρά μόνο όταν ο Άγιος είχε κοιμηθεί. Επιπλέον, κατηγορήθηκε για ανηθικότητα από τη μητέρα μίας κοπέλας που κατέφυγε στη μονή να μονάσει. Όλες αυτές τις δοκιμασίες τις βίωνε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό και είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις προσφιλείς ασχολίες του ήταν η φιλοτέχνηση σταυρών στους οποίους έγραφε "Σταυρός μερίς του βίου μου".



Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920, προς το μεσονύκτιο παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του εις χείρας Θεού ζώντος, τον οποίο αγάπησε εκ νεότητος και δι' όλου του βίου εδόξασεν, σε ηλικία 74 ετών. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.


Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώον και αδιάφθορον, εκχέον την άρρητον ευωδίαν της αγιότητος ως μυροθήκη του Αγίου Πνεύματος. Αλλ' ύστερον διελύθη, κρίμασιν οις οίδεν ο Θεός, ως διελύθησαν πολλά αδιάφθορα λείψανα αγίων. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημος αναγνώρισις του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.


"Μέγας ο Κύριος ημών και της μεγαλοσύνης Αυτού ουκ έσται πέρας, ο δοξάζων τους δοξάσαντας αυτού" ως αψευδώς επηγγήλατο. Όντως ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο Άγιος του αιώνος μας, ο γλυκύς, ο πράος, ο ανεξίκακος, ο ταπεινός και δια τούτο έλαβε και λαμβάνει τόση χάρη από τον Κύριος της Δόξης. Ο συμπαθής Άγιος να παρέχει ενί εκάστω, εν παντί και πάντοτε την πατρική και σωστική αντίληψίν του και βοήθειαν.



 αμήν
************
Η διακονία στη Ριζάρειο

Ο Άγιος Νεκτάριος παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, που προερχόταν τόσο από την φύση του παιδαγωγικού έργου και την ποικιλία προέλευσης των μαθητών (στη Σχολή φοιτούσαν και παιδιά πολλών ευπόρων αθηναϊκών οικογενειών κλπ., που δεν ενδιαφέρονταν για να ιερωθούν, αλλά μαθήτευαν σε αυτή επειδή το ποιοτικό της επίπεδο ήταν πολύ υψηλό), όσο και από την απιστία των καιρών, αλλά και από επεμβάσεις του Συμβουλίου της Σχολής, διηύθυνε- το σημαντικότερο μετά τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών- εκκλησιαστικό αυτό εκπαιδευτήριο για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια, χωρίς ποτέ ν' απουσιάζει από τη θέση του, με αισθήματα ανθρωπιστικά, όπως αυτά τα γνώριζε από τη δαψιλή μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, με αγάπη Χριστού, με πατρική στοργή, πολλή φρόνηση και ενδιαφέρον ανύστακτο, με προσευχή διαρκή, προκειμένου να επιτύχει την αποστολή του.



Αναφέρεται πως όταν ένας μαθητής έκανε κάποιο σοβαρό παράπτωμα, ο Άγιος θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο, προσευχόταν εκτενώς και υποβαλλόταν σε αυστηρή νηστεία. Το μέτρο αυτό είχε επίδραση στους ευαίσθητους μαθητές, οι οποίοι συνήθως μεταμελούνταν και απέφευγαν να επαναλάβουν τις αταξίες τους. Αλλά και όταν, σπάνια, ήταν αναγκασμένος, να επιβάλει κάποια ποινή, στεναχωρούνταν πολύ, ιδίως μάλιστα όταν έβλεπε πολλοί σημαίνοντες να παρεμβαίνουν υπέρ αυτών.



Έγραφε στις μοναχές της Αίγινας: "Πλην της στενοχωρίας ταύτης (έλλειψη χρημάτων να στείλει στο μοναστήρι) είχον και ετέρα πολύ σπουδαίαν, ήτις και αύτη σήμερον έπαυσε. Εδίωξα εκ της Σχολής τέσσερας μαθητάς, δύο της τετάρτης τάξεως και δύο της πέμπτης, οίτινες μετά ένα μήνα ακριβώς θα ελάμβανον το δίπλωμά των. Οι υπέρ αυτών ενδιαφερόμενοι ήσαν ισχυροί, αλλ' επί τέλους σήμερον απεβλήθησαν, αλλ' άνευ πράξεως αποβολής", η οποία αποβολή, ας σημειωθεί, θα τους στιγμάτιζε και θα τους ακολουθούσε στη σταδιοδρομία τους. Ο Πενταπόλεως δεν υπήρξε ποτέ εκδικητικός ούτε ήθελε την εξόντωση εκείνων που παρεκτρέπονταν, παράλληλα όμως ήταν και ανυποχώρητος στην διαφύλαξη της ηθικής και του κύρους της Ριζαρείου, ως Εκκλησιαστικής Σχολής.
*************
Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.

Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε.

Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.

"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.
"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."
"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."

Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.

Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε.
"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."
" Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.

Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
"Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, που είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...
Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"
Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε !

Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... δεσπότης!

Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.

Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείιων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.

Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς - λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.

Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε !

Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.

Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;"
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.

Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι.
Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι.
Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο - θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.

Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν.

Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής.
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".


Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία!
Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
" Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.
" Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε", ψιθύρισε.
"Τι μυρίζει;"
"Λιβάνι και αλόη."
"Τότε μη φοβείσαι και δια το λείψανον."
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - μύρο.

Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι,άκουσε την παράδοξη φωνή : "άφισε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του.

Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.
**********
( εμφανίσεις... )




Ταπεινός και  συκοφαντημένος όσο ελάχιστοι στην εποχή μας...

Ο π.ΝεκτάριοςΒιτάλης, γνωστότατος στο Λαύριο για την δράση του και για την συμπαράστασή του στον φτωχό και ξεγραμμένο κόσμο της υποβαθμισμένης αυτής περιοχής, διηγείται το παρακάτω περιστατικό όπως του συνέβη, όταν ετοιμοθάνατος από καρκίνο, περίμενε απλώς την ώρα του θανάτου του...

Τα όσα ειπωθούν παρακάτω έχουν παρουσιαστεί επανειλημμένως από τα δίκτυα Ενημέρωσης, και είναι καταχωρημένα και στο βιβλίο " ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ  ΑΓΙΟ  ΝΕΚΤΑΡΙΟ " -- Αθήνα 1997, του γνωστού συγγραφέα κ. Μανώλη Μελινού.



Διηγείται ο π.ΝεκτάριοςΒιτάλης,

-- " Είχα προσβληθεί από σοβαρή μορφή καρκίνου. Το στήθος μου ήταν μια πληγή ανοικτή που έτρεχε αδιάκοπα αίμα και πύον. Από τους πόνους έσκιζα τις φανέλες μου. Κατάσταση τραγική, πήγαινα κατ΄ ευθείαν στον θάνατο. Να φαντασθείτε, είχα ετοιμάσει ακόμη και τα σάβανά μου...

Στις 26  Μαρτίου 1980  το πρωϊ, συζητώντας στο γραφείο μου στο υπόγειο του Ναού,  μαζί με την νεωκόρο Σοφία Μπούρδου και την αγιογράφο Ελένη Κιτράκη άνοιξε ξαφνικά ή πόρτα και μπήκε ένα άγνωστό μου γεροντάκι. Είχε τα γένια του κατάλευκα, κοντός και με ελαφριά φαλάκρα. Ίδιος ακριβώς όπως ο Άγιος Νεκτάριος στις φωτογραφίες που βλέπουμε. Πήρε τρία κεριά χωρίς να ρίξει χρήματα κι΄ άναψε μόνο τα δύο. Προσκύνησε όλες τις εικόνες του τέμπλου, προσπερνώντας την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου χωρίς να την προσκυνήσει. Εμένα δεν μ΄ έβλεπε στο σημείο που βρισκόμουνα. Είχα φοβερούς πόνους όταν τράβηξα την κουρτίνα του γραφείου και προχώρησα προς το μέρος του.  Μπροστά στην Ωραία Πύλη σταύρωσε τις παλάμες του και χωρίς να κοιτάξει πουθενά, ρώτησε,

--Ό γέροντας είν΄ εδώ;

Ή νεωκόρος ξέροντας την αρρώστια μου θέλησε να με " προστατεύσει "...

--Όχι, όχι...είναι με γρίπη στο σπίτι του...

--Δεν πειράζει. Εύχεσθε, και καλή Ανάσταση, είπε εκείνος και έφυγε.

Ήρθε ή νεωκόρος τρέχοντας και μου λέει,

--πάτερ Νεκτάριε, ο γέροντας που μόλις έφυγε έμοιαζε ίδιος με τον Άγιο Νεκτάριο! Τά μάτια του πετούσαν φλόγες. Μου φαίνεται ότι ήταν ο Άγιος Νεκτάριος κι΄ ήλθε να σάς βοηθήσει...

Την ευχαρίστησα νομίζοντας ότι μου έλεγε αυτά για να με παρηγορήσει. Όμως κατά βάθος "κάτι" δεν πήγαινε καλά. Την έστειλα μαζί με την αγιογράφο να βρούνε γρήγορα  τον άγνωστο και να τον φέρουν πίσω. Μπήκα στο Ιερό και προσκυνώντας τον Εσταυρωμένο κλαίγοντας, για μια ακόμη φορά παρακαλούσα τον Χριστό να με θεραπεύσει. Τα βήματά τους με διέκοψαν,

--πάτερ, ο Γέροντας ήρθε !

Πλησίασα να του φιλήσω το χέρι, αλλά με ταπείνωση δεν μ΄ άφησε. Έσκυψε και φίλησε αυτός το δικό μου ! Τον ρώτησα,

--Πώς λέγεσθε γέροντα;

--Αναστάσιος παιδί μου, είπε, λέγοντας το βαπτιστικό όνομα που είχε πριν γίνει μοναχός...

Τού υπέδειξα να προσκυνήσει τα άγια λείψανα. Έβγαλε ένα ζευγάρι συρμάτινα γυαλάκια, μ΄ ένα μόνο μπρατσάκι. Μόλις τα είδαμε, όλοι   α ν α τ ρ ι χ ι ά σ α μ ε !

Ήταν τα ίδια γυαλιά του Αγίου Νεκταρίου που είχαμε στην προθήκη με τα άγια λείψανα. Μου τα είχε δωρήση η παλιά γερόντισσα του μοναστηριού του, στην Αίγινα, μοναχή Νεκταρία.

--Η πίστη είναι το πάν !..., είπε ο άγνωστος, καθώς φορούσε τα γυαλιά του.



    ΟΙ  ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ ΖΟΥΝ ΑΙΩΝΙΑ...



Άρχισε να ασπάζεται με ευλάβεια όλα τα άγια λείψανα καθώς τον ξεναγούσε ή νεωκόρος. Στα  λείψανα του Αγίου Νεκταρίου  α δ ι α φ ό ρ η σ ε  , προσπερνώντας τα...

--Γέροντα, με συγχωρείτε του είπα. Κι΄ ο Άγιος Νεκτάριος θαυματουργός είναι. Γιατί δεν τον ασπάζεστε ;

Γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας. Τον ρώτησα,

--Πού μένετε Γέροντα ;

Μού έδειξε το ταβάνι, εκεί που κτίζαμε την καινούργια εκκλησία, λέγοντας,

--Το σπίτι μου δεν είναι ακόμη έτοιμο και στενοχωρούμαι. Ή θέση μου δεν μου το επιτρέπει να μένω εδώ κι΄ εκεί...

--Γέροντα, του εξομολογήθηκα, σάς είπαν ψέμματα ότι έχω γρίπη. Έχω  κ α ρ κ ί ν ο ! Θέλω όμως να γίνω καλά, να φτιάξω την Αγία Τράπεζα, να τελειώσω την Εκκλησία πρώτα, και μετά ας πεθάνω...

--Μη στενοχωρείσαι, μου είπε. Εγώ τώρα αναχωρώ. Πηγαίνω στην Πάρο να προσκυνήσω τον Άγιο Αρσένιο και να επισκεφτώ και τον παπά-Φιλόθεο, πρόσθεσε, ξεκινώντας να φύγει. Προσπέρασε την μεγάλη εικόνα του χωρίς να δώσει σημασία...



Τον σταμάτησα και ακούμπησα τα χέρια μου στο πρόσωπό του.

--Γεροντάκο μου, γεροντάκο μου, του είπα, το προσωπάκι σου μοιάζει ίδιο με του αγίου Νεκταρίου που τιμάει αυτή εδώ η Εκκλησία μας...



Τότε, κύλησαν δ ά κ ρ υ α   από τα μάτια του...Με σταύρωσε, και με αγκάλιασε με τα χέρια του.. Παίρνοντας θάρρος κι΄ εγώ άνοιξα τα χέρια μου να τον αγκαλιάσω. Μόλις τα άπλωσα όμως, κι΄  ενώ τον έβλεπα μπροστά μου, τα χέρια μου έκλεισαν στο  κ ε ν ό !...

Ανατρίχιασα και σταυροκοπήθηκα. Τού λέω πάλι,

--Γέροντά μου, σε παρακαλώ, θέλω να ζήσω, να κάνω την πρώτη μου λειτουργία. Βοήθησέ με να ζήσω...

Έφυγε από κοντά μου και αφού στάθηκε πέρα, στην εικόνα του μπροστά, μου είπε,

--Ω, παιδί μου Νεκτάριε, μη στενοχωριέσαι. Δοκιμασία περαστική είναι, και θα γίνεις καλά! Θα γίνει το θαύμα που ζητάς και θ΄ ακουστεί σε όλο τον κόσμο. Μή φοβάσαι...

Αμέσως  χ ά θ η κ ε   α π ό   μ π ρ ο σ τ ά   μ α ς   μέσα από την  κ λ ε ι σ τ ή   π ό ρ τ α...

Έτρεξαν οί γυναίκες να τον προφθάσουν. Τον πρόλαβαν στην στάση του λεωφορείου. Μπήκε μέσα και από εκεί   ε ξ α φ α ν ί σ θ η κ ε ,   πριν ξεκινήσει το λεωφορείο !...



Αυτά αναφέρει ο π. Νεκτάριος Βιτάλης, ένα σεβαστό και κατά πάντα αξιόπιστο πρόσωπο, παρουσία μαρτύρων, που τελικά έγινε καλά, διαψεύδοντας γιατρούς, ακτινογραφίες, και προβλέψεις θανάτου. Γιατί επάνω όλων βρίσκεται ο Χριστός, ο ζωντανός Θεός μας και οί μεσίτες Άγιοί του, συν την Παναγία Μητέρα του !



Γιατί  " όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξη..."
Από πολύ μικρός η ευσεβής μητέρα του του έμαθε τον 50ο Ψαλμό, το «Ελέησόν με ο Θεός». Και όπως λέει χαρακτηριστικά ο Συναξαριστής του βίου του, όταν έφθανε στο σημείο του Ψαλμού «διδάξω ανόμους τας οδούς Σου» το επαναλάμβανε πολλές φορές. Δείχνοντας το τι επρόκειτο να γίνει όταν μεγαλώσει. Το πόσο μεγάλος κήρυκας του λόγου του Θεού θα γινόταν και πόσο πολύ κόσμο θα έφερνε δια μετανοίας στην Εκκλησία.
    Τα παιχνίδια του αγίου ποια ήταν; Έκανε τεχνητούς άμβωνες και μιλούσε για το Χριστό στα παιδιά της ηλικίας του. Θέλοντας με τον τρόπο αυτό να δείξει στους νέους της εποχής μας και κάθε άλλης εποχής ότι η Εκκλησία είναι η Μάνα μας όπου πρέπει να καταφεύγουμε για να βρίσκουμε ανάπαυση της ψυχής μας. Μόνον δια των Μυστηρίων, ιδία δε με το Μυστήριο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία, όπου μεταλαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, παίρνουμε τη Χάρη του Χριστού μέσα μας.
Όλα αυτά τα έκανε ο άγιος όταν ήταν μικρό παιδί. Μετά όμως όταν μεγάλωσε και έγινε κληρικός της Εκκλησίας μας και Διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής Αθηνών, έδειξε όχι μόνο πόσο καλός κληρικός ήτο αλλά και το πόσο μεγάλες οργανωτικές δυνατότητες διέθετε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, πριν αναλάβει δηλ. την Διεύθυνση της Σχολής ο άγιος Νεκτάριος, η Σχολή κινδύνευε να διαλυθεί. Όταν όμως έγινε Σχολάρχης της ο επίσκοπος Πενταπόλεως, άγιος Νεκτάριος, αναβαθμίστηκε.
    Το έργο του όμως δεν φάνηκε μόνο στη Σχολή αυτή. Ήταν και κηρυκτικό. Κήρυττε τόσο στις ενορίες των Αθηνών, αλλά και στο Πειραιά. Και όπου πήγαινε πλήθη λαού προσέτρεχαν στο Ναό που λειτουργούσε και ομιλούσε για να τον ακούσουν και να ωφεληθούν ψυχικά.
    Κι όλα αυτά γίνονταν επειδή η ζωή του αγίου ήταν σύμφωνη με τα λόγια του. Δεν έλεγε άλλα και έπραττε άλλα.
 imga.gr

+ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΜΠΟΣ. Μητρ. Σισαν'ιου & Σιατίστης

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΟΜΠΟΣ

«Μας έλεγε, συνέχεια και πολλές φορές με στενοχώρια, τον καιρό της ευδαιμονίας “μεγάλη πείνα θα πέσει στην Ελλάδα, παιδί μου, μεγάλη πείνα…” κι εμείς δυσκολευόμασταν να τον πιστέψουμε…
Τον καιρό δε που ήταν στο νοσοκομείο στα τελευταία του, μετά την τελευταία εγχείρηση (το 2005) που έκανε μόλις τον φέρανε στο δωμάτιο κοιτούσε απέναντι την εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού και έκλαιγε σαν μικρό παιδί λέγοντας με την γνωστή ταπεινότητά του “πώς με αξίωσες Χριστέ μου, εμένα και μου απεκάλυψες αυτά τα πράγματα!”, προφανώς κάτι σοβαρό είχε δει πιο μπροστά…
Όταν τον ρωτήσαμε “τι είδες Δέσποτα;” με δυσκολία μας απάντησε γιατί είχε πρόβλημα με την φωνή του, “όταν αρχίσει το κακό από την Συρία να αρχίσετε να προσεύχεστε!” και το επανέλαβε πολλές φορές “εκεί, από την Συρία όταν ξεκινήσει…” εννοώντας ότι μετά θα πιάσει η μπόρα και εμάς… Τον ξαναρωτήσαμε “τι άλλο είδες Δέσποτα;” και μας είπε “θα σας πω μετά…” αλλά μετά εκοιμήθη…»

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την… τεχνολογία

Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.
«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι. Μερικοί υποστηρίζουν ότι έχει περιορισμένη παρουσία στα κοινά, τονίζοντας πάντως ότι αποτελεί «στάση ζωής» για τον ίδιο. «Είναι κάτι παραπάνω από καλός. Δεν είναι διακοσμητικός, αρνείται τα λούσα και τις πολυτέλειες, ούτε αυτοκίνητο δεν έχει», είπε ο κ. Γιώργος Ράμος, που διατηρεί περίπτερο στη Σιάτιστα. «Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός ο μητροπολίτης με τους άλλους, που έχουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων», συμπληρώνει ο κ. Νίκος Τζάλας.
Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
«Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει. H Μητρόπολη Σιατίστης πληρώνει το ενοίκιο δύο φοιτητών στη Θεσσαλονίκη, ενώ χορηγεί μηνιαίο βοήθημα 100 ευρώ σε φοιτητές που κατάγονται από την περιοχή.
Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».
«Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».
H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΙΚΑΣ - Ο Ανθρωπος που τάβαλε μέ όλους.

"Σεραφείμ Τίκας, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & Πάσης Ελλάδος"

Γεννήθηκε στο Αρτεσιανό Καρδίτσας στις 26 Οκτωβρίου 1913. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1938 χειροτονήθηκε διάκονος υπό του Κορινθίας Δαμασκηνού και το 1942 πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού. Ως εφημέριος και ιερατικός προϊστάμενος του Ιερού Ναού Ευαγγελιστού Λουκά Πατησίων, ίδρυσε τον χριστιανικό φιλανθρωπικό σύλλογο «ο Ευαγγελιστής Λουκάς» δια του οποίου προσφερόταν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους απόρους ασθενείς της ενορίας του. Παράλληλα εργάσθηκε στις Υπηρεσίες της Ιεράς Συνόδου, ως γραμματέας. Κατά τους χρόνους της ξένης κατοχής (1942-45) αφού ακολούθησε τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών του στρατηγού Ν. Ζέρβα, προσέφερε αξιόλογες εθνικές υπηρεσίες εις το τότε δοκιμαζόμενο έθνος. Την 6 Σεπτεμβρίου 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνος. Κατά την διάρκεια της διαποίμανσης της επαρχίας του αναλώθηκε στη δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας. Ανακαινίσθηκε το μητροπολιτικό μέγαρο, ανεγέρθηκε το γηροκομείο Γεωργίου και Σοφίας Μάτσου, ιδρύθηκε οικοτροφείο απόρων μαθητών, παιδικός σταθμός, το Εθνικό Στάδιο της πόλεως, το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο της Μητροπόλεως, ο ναός του Αγίου Δημητρίου, ανακαινίσθηκε η Ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς. Επίσης πολλά πτωχότατα ορεινά χωριά της επαρχίας του σώθηκαν από την πείνα με τις δικές του ενέργειες. Σημαντικός σταθμός της Αρχιερατείας του στην Άρτα απετέλεσε και το γεγονός της προσέλκυσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία όλης της οικογένειας του Αρχισυνάγωγου της Άρτας και η βάπτισή της από τον ίδιο. Το 1958 και ως επιβράβευση των πολλαπλών και αξιόλογων υπηρεσιών του η Ιερά Σύνοδος τον προήγαγε στον μητροπολιτικό θρόνο της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Το 1974 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και επί 24 χρόνια προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην διοικητική και ποιμαντική οργάνωση της Ελλαδικής Εκκλησίας. Κοιμήθηκε  την 10η  Απριλίου του 1998.